Ποίηση

Λευκή Επανάληψη

Μια λευκή σκόνη απλώνεται πάνω στις ώρες,σαν φως που δεν ζεσταίνει. Ο καπνός τυλίγει τη σκέψη,μέχρι να χαθούν τα όρια της ανάσας. Και το σκοτάδι,ήδη εγκατεστημένο μέσα μου,σαν σπίτι χωρίς πόρτες, με επιστρέφει ξανά και ξανά στον ίδιο κύκλο,όπου κάθε πτώση μοιάζει με έξοδοπου τελικά με γυρίζειλίγο πιο βαθιά στον εαυτό μου.

Λευκή Επανάληψη Read More »

Κάποτε

Κάποτε, ο κόσμος δεν είχε μάθει να βιάζεται. Τα πρωινά άνοιγαν αργά, σαν μάτια που επιστρέφουν από όνειρο, και το φως δεν έπεφτε, καθόταν,σαν επισκέπτης που δεν ξέρει ακόμα αν πρέπει να μιλήσει. Κάποτε, οι δρόμοι δεν ήταν απλώς διαδρομές,ήταν προτάσεις που δεν είχαν αποφασίσει την κατάληξή τους,και κάθε γωνία κρατούσε μέσα της μια μικρή

Κάποτε Read More »

Καμένα Όνειρα

Τα όνειρα μου έγιναν κάρβουνα στον πάτο μιας νύχτας δίχως αυγή. Μαύρισαν αργά, σαν λουλούδια ξεχασμένα μέσα σε φωτιά,και τώρα τα αγγίζωμόνο για να γεμίσουν στάχτη τα χέρια μου. Κάποτε ανέβαιναν μέσα μουσαν σμήνη από χρυσά πουλιά,χτυπούσαν τα φτερά τους στα πλευρά μουκαι γέμιζε φως το αίμα.Μα ήρθε ένας χειμώνας άγριος,με στόμα από καπνό και

Καμένα Όνειρα Read More »

Ναός Βυθισμένος

Στην άκρη της ψυχής μου στάζει αργά ένα σκοτάδι αρχαίο, σαν κερί λησμονημένοσε ναό βυθισμένο κάτω από τη θάλασσα. Οι μέρες περνούν από πάνω μουόπως περνούν τα κοράκια πάνω από ερείπιαχωρίς λύπηση,χωρίς μνήμη. Και μέσα μουκάτι πεθαίνει αθόρυβα κάθε βράδυ.Όχι ολόκληρο μόνο όσο χρειάζεταιγια να μπορώ να συνεχίζω το πρωί. Τα μάτια μου έγιναν δύο

Ναός Βυθισμένος Read More »

Η Ρίζα μου Εσύ

Σε έμαθα μέσα στη σιωπή των πιο απλών πραγμάτων, στο βάρος της καρέκλας σου που πάντα έτριζε γνώριμα, και στο βλέμμα σου που έφτανε πριν από κάθε μου λέξη, σαν να με ήξερες πριν ακόμη μιλήσω. Με ένα ποτήρι τσίπουρο μισογεμάτο δίπλα στο χέρι σου, που δεν ήταν ποτέ απλώς ποτό αλλά συνήθεια, ρυθμός, τρόπος

Η Ρίζα μου Εσύ Read More »

Βυθόσβησμα

Υπήρχαν μέρες που περπατούσε ανάμεσα στους ανθρώπους σαν κάποιος που γύρισε πολύ αργά από έναν πόλεμο που κανείς άλλος δεν θυμόταν. Χαμογελούσε κανονικά.Απαντούσε «καλά».Άναβε τσιγάρα αφηρημένα στα μπαλκόνιακαι κοιτούσε για ώρεςκάτι μακρινό,λες και ο κόσμος βρισκόταν πάντοτελίγο πιο πέρα απ’ αυτήν. Κανείς δεν κατάλαβε αμέσως. Η θλίψη δεν φωνάζει όταν γίνεται βαθιά.Μαθαίνει να ντύνεται ήσυχα,να

Βυθόσβησμα Read More »

Οι ‘Ανθρωποι που Έμειναν Ξύπνιοι

Υπάρχουν άνθρωποι που δεν κοιμούνται ποτέ πραγματικά. Μόνο ξαπλώνουν για λίγο δίπλα στις ήττες τους, με τα χέρια σταυρωμένα πάνω στο στήθοςσαν να φυλάνε μέσα τουςένα τελευταίο, άγνωστο ζώοπου αναπνέει ακόμη. Τους αναγνωρίζεις από τη σιωπή.Όχι εκείνη τη γαλήνια τη μεγάλη, τη βαριά σιωπή,που μοιάζει με εκκλησία μετά την καταστροφή. Κάποτε πίστεψαν πολύ.Σε ανθρώπους,σε σώματα,σε

Οι ‘Ανθρωποι που Έμειναν Ξύπνιοι Read More »

Στην ‘Ακρη του Φωτός

Κάποια απογεύματα η θάλασσα φοράει το παλιό της όνομα και το λέει σιγά,σαν να φοβάται μην το ξεχάσει ο άνεμος. Οι δρόμοι μυρίζουν γιασεμί και αναβολή,κι ένας άντρας που δεν έφυγε ποτέγράφει σε τοίχο ξεβαμμένο:«εδώ τελειώνει η υπόσχεση,αρχίζει η μνήμη». Τα σπίτια κρατούν στα μπαλκόνια τουςρούχα που στάζουν χρόνο,κι ένα παιδί με μάτια από φωςμετράει

Στην ‘Ακρη του Φωτός Read More »

Ανεπαίσθητη Μετακίνηση

Στην άκρη της πόλης, εκεί που οι δρόμοι ξεχνούν τα ονόματά τους, κάθεται μια λάμπα που τρεμοπαίζει χωρίς λόγο σαν να θυμάται κάτι που δεν πρόλαβε να συμβεί. Οι άνθρωποι περνούν με τα κεφάλια σκυφτά,κρατώντας μικρές φωτιές στις τσέπες τους,μα φοβούνται να τις ανάψουν. Γιατί ό,τι φωτίζεται, αποκαλύπτει.Κι ό,τι αποκαλύπτεται, δεν συγχωρεί. Σ’ ένα δωμάτιο

Ανεπαίσθητη Μετακίνηση Read More »

Σίγαση

Στην μνήμη ενός καλοκαιριού που δεν τελείωσε ποτέ, ο ουρανός είχε σκύψει χαμηλά, να ακούσει τι λένε τα χώματα. Κι εκεί, ανάμεσα σε ρωγμές από φως και παλιές σιωπές,γεννιόταν μια πόλη από αλάτι και αναπνοές. Οι δρόμοι της δεν είχαν ονόματα, μόνο κατεύθυνση προς το φως,κι οι άνθρωποι περπατούσαν σαν να θυμούνταν κάτι που δεν

Σίγαση Read More »

Κύλιση στην κορυφή