Μερικοί άνθρωποι
φοράνε τον πόνο σαν παλιό παλτό·
όχι γιατί τους ζεσταίνει,
μα γιατί έμαθαν να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους
μόνο μέσα απ’ το βάρος του.
Κι έτσι μιλούν γι’ αυτόν ασταμάτητα.
Τον ακουμπούν πάνω στα τραπέζια,
τον σερβίρουν μαζί με τον καφέ,
τον κάνουν ιστορία, συνήθεια,
μια μικρή θρησκεία της καθημερινής τους ήττας.
Γιατί ο πόνος, όταν τον λες πολλές φορές,
παύει να μοιάζει με πληγή
και γίνεται σπίτι.
Κι είναι παράξενο το σπίτι του πόνου,
στάζει απ’ το ταβάνι μοναξιά,
μα έχει γνώριμους τοίχους.
Ξέρεις πού τρίζει το πάτωμα,
πού μπαίνει το κρύο,
πού να καθίσεις όταν νυχτώνει η ψυχή σου.
Η εξέλιξη όμως
είναι άγριο πράγμα.
Δεν έρχεται με χάδια.
Σου γκρεμίζει τις συνήθειες,
σε τραβά απ’ το χέρι έξω απ’ ό,τι ήξερες,
σου ζητά να αφήσεις πίσω
ακόμα κι αυτά που κάποτε σε κράτησαν ζωντανό.
Και πολλοί φοβούνται.
Όχι το σκοτάδι,
το φως φοβούνται.
Γιατί στο φως
δεν μπορείς πια να κρυφτείς πίσω από τις πληγές σου.
Δεν μπορείς να λες «έτσι έγινα».
Δεν μπορείς να χτίζεις ταυτότητα
από σπασμένα κομμάτια
και να ζητάς απ’ τους άλλους
να τα θαυμάζουν σαν τέχνη.
Υπάρχουν άνθρωποι
που αγάπησαν τόσο πολύ τη θλίψη τους,
ώστε όταν η ζωή πήγε να τους θεραπεύσει,
εκείνοι τρόμαξαν.
Της έκλεισαν την πόρτα.
Της είπαν:
«Αν φύγει αυτός ο πόνος,
ποιος θα είμαι εγώ;»
Κι έτσι έμειναν εκεί.
Σε μια διαρκή αφήγηση τραυμάτων,
να επαναλαμβάνουν τις ίδιες νύχτες,
τα ίδια λάθη,
τους ίδιους ανθρώπους που τους μάτωσαν,
σαν πιστοί που ανάβουν κερί
σε έναν θεό που ποτέ δεν τους άκουσε.
Μα η αλήθεια είναι σκληρή σαν χειμώνας:
ο πόνος δεν είναι πάντα βάθος.
Καμιά φορά είναι απλώς αδράνεια.
Μια βολική φυλακή
με μαλακά κάγκελα.
Γιατί όσο μιλάς μόνο για όσα σε διέλυσαν,
δεν χρειάζεται να χτίσεις τίποτα.
Δεν χρειάζεται να ιδρώσεις για να αλλάξεις.
Δεν χρειάζεται να αντικρίσεις
την ευθύνη της ίδιας σου της ψυχής.
Είναι πιο εύκολο να λες
«με πλήγωσαν»
παρά
«πρέπει να μεταμορφωθώ».
Κι όμως,
η ψυχή δεν γεννήθηκε
για να κατοικεί αιώνια στις στάχτες της.
Γεννήθηκε για να καίγεται
και να ξανασηκώνεται.
Σαν δέντρο μετά την πυρκαγιά,
που μέσα στο μαύρο χώμα
τολμά να βγάλει πάλι φύλλα.
Σαν θάλασσα που όσα ναυάγια κι αν κρύβει,
δεν σταματά ποτέ να κινείται.
Οι άνθρωποι που μεγαλώνουν αληθινά
δεν είναι εκείνοι που δεν πόνεσαν.
Είναι εκείνοι
που κάποια νύχτα
κούρασαν τον ίδιο τους τον θρήνο.
Που κοίταξαν τον εαυτό τους στον καθρέφτη
και είπαν:
«Δεν θέλω άλλο να είμαι μόνο αυτό που μου συνέβη.»
Και τότε αρχίζει η πιο δύσκολη επανάσταση:
να ζήσεις χωρίς να χρειάζεσαι
τη λύπηση,
τη δικαιολογία,
τη λατρεία του τραύματος.
Να περπατήσεις χωρίς τις αλυσίδες
που κάποτε σε έκαναν να νιώθεις σημαντικός.
Γιατί υπάρχει και μια κρυφή ματαιοδοξία στον πόνο.
Μια ανάγκη να σε κοιτούν
και να λένε
«κοίτα πόσα άντεξε».
Μα κάποτε πρέπει να υπάρξει και η άλλη φράση:
«κοίτα πόσα δημιούργησε μετά απ’ όλα αυτά».
Κι εκεί αλλάζουν όλα.
Γιατί ο άνθρωπος δεν σώζεται
όταν περιγράφει ασταμάτητα το σκοτάδι του.
Σώζεται
όταν αποφασίζει να ανάψει φωτιά μέσα του
και να γίνει ο ίδιος
το φως που περίμενε από τους άλλους.
Και τότε ο πόνος
παύει να είναι θρόνος.
Γίνεται χώμα.
Κι απ’ το χώμα αυτό
αν έχεις θάρρος,
μπορεί επιτέλους
να φυτρώσει ζωή.