Στην άκρη της ψυχής μου
στάζει αργά ένα σκοτάδι αρχαίο,
σαν κερί λησμονημένο
σε ναό βυθισμένο κάτω από τη θάλασσα.
Οι μέρες περνούν από πάνω μου
όπως περνούν τα κοράκια πάνω από ερείπια
χωρίς λύπηση,
χωρίς μνήμη.
Και μέσα μου
κάτι πεθαίνει αθόρυβα κάθε βράδυ.
Όχι ολόκληρο
μόνο όσο χρειάζεται
για να μπορώ να συνεχίζω το πρωί.
Τα μάτια μου έγιναν δύο κουρασμένα φεγγάρια.
Κρέμονται μέσα στο πρόσωπό μου
χλωμά και άυπνα,
σαν ουρανοί που ξέχασαν την αυγή.
Δεν θυμάμαι πότε χάθηκα.
Ίσως σε κάποια νύχτα βροχερή
όπου η καρδιά μου έμεινε πολλή ώρα ανοιχτή
και μπήκε μέσα ο χειμώνας.
Τώρα κατοικώ έναν εσωτερικό Δεκέμβρη.
Δέντρα γυμνά θροΐζουν στα πλευρά μου,
κι ένας άνεμος παλιός
σέρνει νεκρά φύλλα
μέσα στους διαδρόμους του μυαλού μου.
Οι άνθρωποι αγγίζουν τα χέρια μου
και δεν ξέρουν
πως κρατούν στάχτες.
Γιατί κάποτε καιγόμουν από ζωή.
Τώρα καίγομαι από απουσία.
Κι όταν έρχεται η νύχτα,
το δωμάτιο βυθίζεται σιγά σιγά
σε μια μπλε σιωπή υγρή σαν δάκρυ.
Το φεγγάρι ακουμπά στο παράθυρο
σαν πρόσωπο νεκρού εραστή,
κι εγώ μένω εκεί,
ακίνητη,
ακούγοντας την ψυχή μου
να πέφτει σταγόνα σταγόνα
μέσα στο σκοτάδι.