Καμένα Όνειρα

Τα όνειρα μου έγιναν κάρβουνα
στον πάτο μιας νύχτας δίχως αυγή.
Μαύρισαν αργά,
σαν λουλούδια ξεχασμένα μέσα σε φωτιά,
και τώρα τα αγγίζω
μόνο για να γεμίσουν στάχτη τα χέρια μου.

Κάποτε ανέβαιναν μέσα μου
σαν σμήνη από χρυσά πουλιά,
χτυπούσαν τα φτερά τους στα πλευρά μου
και γέμιζε φως το αίμα.
Μα ήρθε ένας χειμώνας άγριος,
με στόμα από καπνό και σίδερο,
και τα έκαψε ένα ένα
χωρίς κραυγή.

Τώρα κατοικούν μέσα μου
σαν αποκαΐδια ναού παλιού·
σπασμένες καμπάνες,
λιωμένα κεριά,
εικόνες μισοκαμένες
που ακόμη μυρίζουν προσευχή.

Τι θλιβερό πράγμα τα καμένα όνειρα…
Δεν πεθαίνουν.
Μένουν να καπνίζουν μέσα στην ψυχή
σαν δάσος που κάηκε χρόνια πριν
κι όμως κάθε βράδυ
η στάχτη του γεννά ακόμη φωτιά.

Κι εγώ περπατώ ανάμεσά τους
σαν τελευταίος πιστός μιας χαμένης ζωής,
με μάτια γεμάτα σπίθες που σβήνουν,
κρατώντας στην καρδιά μου
όχι την ανάμνηση του φωτός,
μα τον ήχο που κάνει το φως
όταν καίγεται.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή