Υπάρχει ένας άνθρωπος φτιαγμένος από δύο καιρούς μέσα στο ίδιο σώμα,
σαν να μην αποφάσισε ποτέ ο κόσμος αν θα τον γράψει με φως ή με σκοτάδι.
Ξυπνάει και πριν ακόμη ανοίξει τα μάτια του,
κάτι μέσα του έχει ήδη διαφωνήσει με την ημέρα.
Άλλοτε είναι άνεμος που δεν χωρά σε δρόμους,
μια υπερχείλιση ψυχής που σπρώχνει τις λέξεις πιο γρήγορα απ’ τη σκέψη,
κι οι στιγμές του τρέχουν μπροστά του σαν να τον εγκαταλείπουν.
Κι άλλοτε γίνεται πέτρα ζεστή από βάρος,
μια σιωπή που κάθεται στο στήθος του σαν παλιό, ξεχασμένο χειμώνα
που δεν λέει να φύγει, όσο κι αν αλλάζει ο ουρανός.
Μέσα του δεν υπάρχει μία φωνή·
υπάρχει συνωστισμός από ψιθύρους που μιλούν ταυτόχρονα
και δεν συμφωνούν ούτε στο ίδιο δευτερόλεπτο.
Η μία ανοίγει παράθυρα και θέλει να πέσει στο άπειρο του κόσμου,
η άλλη τα κλείνει όλα αργά, με μια κούραση σχεδόν ιερή,
σαν να προστατεύει κάτι που δεν ονομάζεται.
Κι έτσι πορεύεται, όχι ευθεία, αλλά σαν παλίρροια.
Πίσω, μπροστά, μέσα του, έξω από τον εαυτό του,
σαν να ζει δύο ζωές που δεν συναντήθηκαν ποτέ αλλά μοιράζονται το ίδιο βλέμμα.
Κάθε του χαμόγελο έχει μια σκιά που δεν εξηγείται,
κι κάθε του πτώση κρύβει μια παράξενη, άηχη αναμονή ανόδου.
Τον κοιτούν και νομίζουν πως αλλάζει.
Μα δεν αλλάζει·
απλώς μετακινείται το βάρος του ουρανού μέσα του.
Και άλλοτε ο ουρανός γίνεται αβάσταχτα κοντινός,
κι άλλοτε απομακρύνεται τόσο που μοιάζει να μην υπήρξε ποτέ.
Αν τον αγγίξεις, δεν θα βρεις σταθερότητα·
θα βρεις ρωγμές που αναπνέουν.
Κι ανάμεσα στις ρωγμές, μια προσπάθεια,
όχι να γίνει ένας,
αλλά να χωρέσει τους πολλούς που τον κατοικούν χωρίς να σπάσει.
Κι αυτό είναι η σιωπηλή του μοίρα:
να ζει σαν γέφυρα ανάμεσα σε δύο ακτές που δεν θέλουν να ενωθούν,
μα να συνεχίζει να στέκεται,
όχι γιατί νικά,
αλλά γιατί ακόμα μαθαίνει να αντέχει το πέρασμα.