Ήρθα από την κόλαση
σαν καπνός ύστερα από πυρκαγιά,
με τη στάχτη κολλημένη πάνω μου
σαν δεύτερο δέρμα.
Οι νύχτες μ’ έπιναν αργά,
σταγόνα τη σταγόνα,
κι εγώ στεκόμουν μέσα στο σκοτάδι
σαν ερείπιο που ακόμα αναπνέει.
Οι τοίχοι μέσα μου
είχαν ποτίσει υγρασία και σιωπή,
κι η ψυχή μου έμοιαζε
με κελί χωρίς παράθυρο.
Δεν ζητούσα σωτηρία πια,
μονάχα λίγη λήθη
να ξαπλώσει δίπλα μου
μέχρι να σβήσει το όνομά μου.