Υπάρχουν εμπειρίες που δεν καταλήγουν ποτέ σε ξεκάθαρο τέλος. Δεν ολοκληρώνονται, δεν διακόπτονται με τρόπο που να σου επιτρέπει να τις τοποθετήσεις κάπου μέσα σου ως “παρελθόν”. Μένουν ανοιχτές, σαν εκκρεμότητες της ψυχής. Σε αυτό ακριβώς το σημείο γεννιούνται τα “σχεδόν”.
Τα “σχεδόν” δεν είναι γεγονότα. Είναι δυνατότητες που έμειναν στη μέση της διαδρομής. Είναι αυτό που θα μπορούσε να συμβεί αλλά δεν συνέβη ποτέ ολοκληρωμένα. Και ίσως γι’ αυτό έχουν μεγαλύτερη δύναμη από όσα συνέβησαν πραγματικά: γιατί δεν περιορίζονται από την πραγματικότητα, αλλά συνεχίζουν να ζουν μέσα στη φαντασία, στη μνήμη και στο “τι θα γινόταν αν”.
Ο άνθρωπος συνήθως αντέχει καλύτερα το ξεκάθαρο τέλος. Ακόμα κι όταν πονάει, το “τέλος” έχει μια δομή. Σου επιτρέπει να προχωρήσεις, έστω και δύσκολα. Αντίθετα, τα “σχεδόν” δεν σου δίνουν αυτή τη δυνατότητα. Δεν μπορείς να τα κλείσεις, γιατί δεν έκλεισαν ποτέ. Δεν μπορείς να τα ξεχάσεις, γιατί δεν ειπώθηκαν ποτέ ολοκληρωμένα.
Σε προσωπικό επίπεδο, τα “σχεδόν” εμφανίζονται συχνά στις σχέσεις. Σε λέξεις που δεν ειπώθηκαν, σε κινήσεις που δεν έγιναν, σε αποφάσεις που αναβλήθηκαν μέχρι που έγινε αργά. Ένας άνθρωπος που ήταν “σχεδόν εδώ”, μια αγάπη που ήταν “σχεδόν δυνατή”, μια επιστροφή που ήταν “σχεδόν σίγουρη”. Αυτές οι εκκρεμότητες δεν εξαφανίζονται, απλώς αλλάζουν μορφή και μεταφέρονται μέσα σου ως μνήμη χωρίς τέλος.
Η λογοτεχνία και η ποίηση συχνά προσπαθούν να δώσουν μορφή σε αυτό το ανοιχτό πεδίο. Ο Καβάφης, για παράδειγμα, δεν αντιμετωπίζει τον προορισμό ως το πιο σημαντικό σημείο, αλλά τη διαδρομή. «Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη, να εύχεσαι να είναι μακρύς ο δρόμος», γράφει, δείχνοντας ότι πολλές φορές η αξία δεν βρίσκεται στο τελικό αποτέλεσμα, αλλά στο ενδιάμεσο που μας διαμορφώνει. Σε αυτό το “ενδιάμεσο” κατοικούν και τα “σχεδόν”.
Από την άλλη, ο Σεφέρης με τη φράση «Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει» δείχνει κάτι διαφορετικό αλλά εξίσου ουσιαστικό: ότι ο άνθρωπος κουβαλάει μέσα του ό,τι τον έχει σημαδέψει, ακόμα κι αν αυτό δεν είναι πια παρόν. Δεν χρειάζεται κάτι να υπάρχει ενεργά για να συνεχίσει να επηρεάζει τη ζωή σου.
Τα “σχεδόν”, λοιπόν, δεν είναι απλώς αναμνήσεις. Είναι εσωτερικές καταστάσεις που συνεχίζουν να λειτουργούν μέσα μας σαν να μην έχει τελειώσει τίποτα. Και αυτό είναι που τα κάνει τόσο δύσκολα: δεν έχουν ξεκάθαρη αρχή και δεν έχουν καθαρό τέλος.
Ίσως τελικά το πιο δύσκολο δεν είναι αυτό που χάθηκε, αλλά αυτό που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ αρκετά ώστε να το πενθήσεις σωστά. Γιατί το πένθος χρειάζεται σαφήνεια. Χρειάζεται να ξέρεις τι τελείωσε. Τα “σχεδόν” δεν σου δίνουν αυτή την πολυτέλεια.
Και έτσι μένεις να ζεις με κάτι που δεν έγινε ποτέ πλήρως, αλλά συνεχίζει να υπάρχει μέσα σου σαν να έγινε. Αυτό είναι το παράδοξο: ότι ό,τι δεν ολοκληρώθηκε στην πραγματικότητα, ολοκληρώνεται μέσα στη σκέψη σου ξανά και ξανά, χωρίς ποτέ να φτάνει σε λύση.
Τα “σχεδόν” είναι ίσως ο πιο ήσυχος αλλά και πιο επίμονος τρόπος που έχει η ζωή να μας θυμίζει ότι δεν ελέγχουμε πάντα το τέλος των πραγμάτων.