Υπάρχουν νύχτες που δεν λειτουργούν απλώς ως συνέχεια της ημέρας. Είναι σαν να αλλάζει ο τρόπος που υπάρχει ο κόσμος. Οι ήχοι αραιώνουν, οι αποστάσεις μεγαλώνουν, και τα πράγματα που την ημέρα μοιάζουν δεδομένα, τη νύχτα αποκτούν βάρος που δεν εξηγείται εύκολα. Δεν είναι απαραίτητα κάτι δραματικό· είναι περισσότερο μια εσωτερική μετατόπιση, σαν να κοιτάς τα ίδια πράγματα από άλλη γωνία και να μην τα αναγνωρίζεις πλήρως.
Σε αυτές τις νύχτες, οι σκέψεις δεν έχουν συνοχή. Δεν ακολουθούν γραμμική πορεία. Αντίθετα, εμφανίζονται αποσπασματικά, σαν μικρές ρωγμές στη σιωπή. Και σχεδόν πάντα επιστρέφουν στα ίδια σημεία: σε ό,τι δεν ειπώθηκε, σε ό,τι δεν ολοκληρώθηκε, σε ό,τι έμεινε στη μέση χωρίς ποτέ να αποκτήσει σαφή τέλος.
Τα “σχεδόν” είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική μορφή αυτής της κατάστασης. Δεν είναι απουσία, ούτε παρουσία. Είναι κάτι ενδιάμεσο, κάτι που δεν ορίζεται εύκολα. Και ακριβώς επειδή δεν ορίζεται, παραμένει ενεργό μέσα σου. Σχεδόν λέξη, σχεδόν απόφαση, σχεδόν ζωή όπως θα μπορούσε να είχε υπάρξει αλλιώς.
Ο Søren Kierkegaard σημείωνε πως «η ζωή δεν μπορεί να κατανοηθεί παρά μόνο προς τα πίσω, αλλά πρέπει να βιώνεται προς τα εμπρός». Στις νύχτες αυτό αποκτά μια πιο βαριά διάσταση. Γιατί μπορείς να καταλάβεις πολλά όταν κοιτάς πίσω, αλλά δεν υπάρχει τίποτα που να σου δίνει βεβαιότητα για το μπροστά. Και έτσι μένεις ανάμεσα σε μια κατανόηση που δεν βοηθά και σε μια πορεία που συνεχίζεται χωρίς καθαρό νόημα.
Ο Albert Camus έγραφε ότι «το παράλογο γεννιέται από την αντιπαράθεση της ανθρώπινης ανάγκης για νόημα και της σιωπηλής αδιαφορίας του κόσμου». Μέσα στη νύχτα, αυτή η σκέψη δεν είναι φιλοσοφική θέση αλλά εμπειρία. Υπάρχει μια εσωτερική ανάγκη να δοθεί μορφή σε ό,τι νιώθεις, αλλά η πραγματικότητα δεν απαντά με τον ίδιο τρόπο. Και αυτή η απόσταση ανάμεσα στα δύο γίνεται αισθητή σε κάθε σκέψη που δεν βρίσκει λύση.
Ο Friedrich Nietzsche, από την άλλη, γράφει πως «όποιος έχει ένα γιατί για να ζει, μπορεί να αντέξει σχεδόν οποιοδήποτε πώς». Όμως στις μεγάλες νύχτες αυτό το “γιατί” δεν είναι πάντα καθαρό. Μερικές φορές δεν έχει χαθεί· έχει απλώς θολώσει. Και όταν το “γιατί” δεν είναι ξεκάθαρο, το “πώς” γίνεται πιο βαρύ από ό,τι φαίνεται εξωτερικά.
Έτσι, οι σκέψεις συνεχίζουν να κινούνται κυκλικά. Δεν προχωρούν πραγματικά, επιστρέφουν. Σε πρόσωπα, σε στιγμές, σε “σχεδόν” που δεν έγιναν ποτέ γεγονότα αλλά δεν έπαψαν να υπάρχουν ως δυνατότητες μέσα στη μνήμη. Και όσο πιο ήσυχο είναι το περιβάλλον, τόσο πιο δυνατά ακούγονται αυτά τα εσωτερικά επαναλαμβανόμενα σημεία.
Οι μεγάλες νύχτες έχουν έναν παράξενο τρόπο να αφαιρούν τις αποστάσεις. Αυτό που την ημέρα φαίνεται μακρινό, εδώ πλησιάζει. Όχι γιατί αλλάζει, αλλά γιατί δεν υπάρχει τίποτα άλλο να το ανταγωνιστεί. Και έτσι, τα “σχεδόν” δεν μοιάζουν πια μικρά. Μοιάζουν ολοκληρωμένα από την πλευρά της σκέψης, ακόμα κι αν δεν έγιναν ποτέ στην πραγματικότητα.
Υπάρχει όμως και κάτι άλλο μέσα σε αυτές τις νύχτες: μια αργή συνειδητοποίηση ότι δεν όλα τα πράγματα προορίζονται να ολοκληρωθούν. Κάποια παραμένουν ανοιχτά όχι επειδή δεν “πέτυχαν”, αλλά επειδή αυτή είναι η φύση τους. Και αυτό το ανοιχτό, όσο δύσκολο κι αν είναι, γίνεται μέρος της εσωτερικής σου πραγματικότητας.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο σταθερό στοιχείο: όχι η απάντηση, αλλά η αντοχή στην έλλειψή της. Όχι η ολοκλήρωση, αλλά η συνύπαρξη με το ανολοκλήρωτο. Οι μεγάλες νύχτες δεν τελειώνουν αυτά τα ερωτήματα, απλώς σου μαθαίνουν να τα κουβαλάς χωρίς να σε διαλύουν.
Και έτσι περνούν. Όχι επειδή λύνονται, αλλά επειδή συνεχίζεις να υπάρχεις μέσα τους.