Στη σύγχρονη εποχή ο άνθρωπος δεν ζει μόνο μέσα στον φυσικό κόσμο, αλλά και σε έναν δεύτερο, παράλληλο χώρο, τον ψηφιακό. Έναν χώρο όπου η ύπαρξη δεν μετριέται μόνο με το «είμαι», αλλά κυρίως με το «φαίνομαι». Κάπου εκεί η πραγματικότητα αρχίζει να χάνει το βάρος της και η εμπειρία αντικαθίσταται από την εικόνα της.
Τα κοινωνικά δίκτυα δεν λειτουργούν απλώς ως μέσα επικοινωνίας. Έχουν μετατραπεί σε μηχανισμούς επιβεβαίωσης. Κάθε ανάρτηση δεν αποτελεί μόνο μια σκέψη ή μια προσωπική στιγμή, αλλά μια πρόταση προς αξιολόγηση. Και κάθε «like» δεν είναι απλώς ένα ψηφιακό πάτημα· είναι μια μικρή πράξη αποδοχής, ένα στιγμιαίο «σε βλέπω», «υπάρχεις», «είσαι αρκετός». Έτσι τουλάχιστον φαίνεται.
Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό που χτίζεται είναι μια εύθραυστη ψευδαίσθηση επιβίωσης. Ο άνθρωπος αρχίζει να συνδέει την αξία του όχι με το βίωμα αλλά με την απήχηση, όχι με το νόημα αλλά με την αντίδραση. Σταδιακά γεννιέται μια νέα μορφή εξάρτησης: η ανάγκη για ψηφιακή επιβεβαίωση ως απόδειξη ύπαρξης. Το ερώτημα «ποιος είμαι;» αντικαθίσταται από το «πώς φαίνομαι;» και η δεύτερη ερώτηση καταπίνει σιγά σιγά την πρώτη.
Ο Martin Heidegger θα περιέγραφε ίσως αυτή την κατάσταση ως πτώση μέσα στο «das Man», στον ανώνυμο τρόπο ύπαρξης όπου ζούμε όπως «ζουν όλοι», μιλούμε όπως «μιλούν όλοι» και τελικά σκεφτόμαστε όπως «σκέφτονται όλοι». Η τεχνολογία δεν δημιουργεί από μόνη της αυτή τη συνθήκη, αλλά την επιταχύνει και την καθιστά πιο ελκυστική και πιο δύσκολα αναγνωρίσιμη. Το άτομο αρχίζει να διαμορφώνει τον εαυτό του ως εικόνα, όχι ως εσωτερική αλήθεια αλλά ως δημόσια αναπαράσταση. Και όσο περισσότερο κοιτάζεται μέσα στον ψηφιακό καθρέφτη, τόσο περισσότερο απομακρύνεται από τον εαυτό που δεν φαίνεται.
Η μοναξιά δεν εξαφανίζεται σε αυτό το περιβάλλον· μεταμορφώνεται. Δεν είναι πια η σιωπή της απουσίας των άλλων, αλλά η σιωπή μέσα στον θόρυβο των άλλων. Εκατοντάδες ή και χιλιάδες συνδέσεις συνυπάρχουν με μια παράξενη αίσθηση αποσύνδεσης. Ο Jean-Paul Sartre είχε γράψει πως «η κόλαση είναι οι άλλοι». Στη σύγχρονη εκδοχή, η κόλαση δεν είναι οι άλλοι ως πρόσωπα, αλλά οι άλλοι ως βλέμματα, ως αριθμοί, ως μετρήσιμες αντιδράσεις. Η αξία της ανθρώπινης εμπειρίας μετατρέπεται σε κάτι που πρέπει να αποδειχθεί. Ακόμη και η χαρά δεν αρκεί να βιώνεται· πρέπει να δημοσιεύεται για να επιβεβαιωθεί.
Η πιο επικίνδυνη ψευδαίσθηση, ωστόσο, δεν είναι η δημοσιότητα καθαυτή. Είναι η ιδέα ότι η δημοσιότητα ισοδυναμεί με ύπαρξη. Στο τέλος, ο άνθρωπος κινδυνεύει να επιβιώνει όχι μέσα από την αλήθεια του, αλλά μέσα από την εικόνα της επιβίωσής του.
Το ίδιο μοτίβο συναντά κανείς και στον Ίψεν, στο έργο «Ένας εχθρός του λαού», όπου ο ήρωας βρίσκεται αντιμέτωπος με την κοινωνία επειδή επιμένει σε μια άβολη αλήθεια. Το πλήθος δεν ενδιαφέρεται για την αλήθεια ως τέτοια, αλλά για ό,τι είναι κοινωνικά αποδεκτό, χρήσιμο και «ασφαλές». Η κοινωνία συχνά δεν απορρίπτει το ψέμα επειδή είναι ψέμα, αλλά επειδή διαταράσσει την εικόνα της συνοχής της. Έτσι το «φαίνεσθαι» γίνεται ισχυρότερο από το «είναι».
Σήμερα αυτή η σύγκρουση δεν εκτυλίσσεται μόνο σε μια σκηνή θεάτρου ή σε μια μικρή πόλη. Εκτυλίσσεται καθημερινά, μέσα από μικρές οθόνες που χωρούν στην παλάμη του χεριού μας. Και ίσως το πιο δύσκολο ερώτημα δεν είναι αν η τεχνολογία μας άλλαξε, αλλά αν μας προσέφερε απλώς έναν πιο αποτελεσματικό τρόπο να ξεχνάμε ποιοι είμαστε όταν κανείς δεν κοιτάζει.