Υπάρχει μια σκέψη που μοιάζει ακίνδυνη, σχεδόν παρηγορητική, και όμως λειτουργεί σαν αθόρυβη αναβολή της ζωής: «Αύριο θα είμαι άλλος άνθρωπος». Δεν τη λέμε πάντα φωναχτά, τη σκεφτόμαστε, τη νιώθουμε σαν μικρή συμφωνία με τον εαυτό μας, σαν μια υπόσχεση που δεν χρειάζεται άμεση απόδειξη, είναι ο τρόπος του μυαλού να διατηρεί την ελπίδα χωρίς να πληρώνει το κόστος της πράξης. Σήμερα δεν γράφω, αύριο θα έχω καθαρό μυαλό. Σήμερα δεν ξεκινώ, αύριο θα έχω ενέργεια. Σήμερα δεν αλλάζω, αύριο θα είμαι έτοιμος. Κι έτσι ο χρόνος χωρίζεται σε δύο πρόσωπα, τον σημερινό εαυτό που «δεν είναι η κατάλληλη στιγμή» και τον μελλοντικό εαυτό που υποτίθεται ότι θα είναι όλα όσα δεν είμαι τώρα.
Όμως αυτή η εικόνα του μελλοντικού εαυτού είναι μια κατασκευή, ένα ψυχολογικό τέχνασμα, του δίνουμε ιδιότητες που δεν στηρίζονται σε καμία πραγματικότητα, απεριόριστη πειθαρχία, καθαρότητα σκέψης, μηδενική αναβολή, απόλυτη θέληση, σαν να πρόκειται για έναν άλλον άνθρωπο που ζει σε έναν καλύτερο χρόνο. Ο Σενέκας, αιώνες πριν, είχε αγγίξει αυτή την πλάνη με μια σχεδόν βίαιη απλότητα: «Δεν έχουμε λίγο χρόνο, αλλά χάνουμε πολύ» (Non exiguum temporis habemus, sed multum perdimus), δεν λέει ότι ο χρόνος δεν φτάνει, λέει ότι τον διασπάμε, τον σκορπίζουμε, τον αφήνουμε να γίνεται “αύριο”, γιατί το “αύριο” είναι η πιο βολική μορφή απόστασης, δεν είναι ποτέ εδώ, άρα δεν μπορεί να μας διαψεύσει, δεν απαιτεί απόδειξη, δεν ζητά δράση, ζει μόνο ως υπόσχεση.
Ο Μάρκος Αυρήλιος, πιο ψύχραιμος αλλά εξίσου αυστηρός με την ανθρώπινη φύση, γράφει ότι δεν πρέπει να αναβάλλεις για αύριο γιατί θα είσαι ήδη διαφορετικός άνθρωπος, και εδώ κρύβεται κάτι που αποφεύγουμε να δούμε, ναι, θα είμαστε διαφορετικοί αύριο, αλλά όχι με τον τρόπο που φανταζόμαστε, ο χρόνος δεν μας αναβαθμίζει, δεν μας διορθώνει αυτόματα, μας μετακινεί, και κάθε μέρα που περνάει χωρίς πράξη δεν είναι ουδέτερη, είναι μια μικρή μετατόπιση προς τη συνήθεια της αναβολής, ο μελλοντικός εαυτός δεν έρχεται καθαρός, έρχεται ήδη φορτωμένος με ό,τι δεν κάναμε σήμερα.
Ο Νίτσε το θέτει πιο ριζικά, σχεδόν προκλητικά, σαν να αφαιρεί κάθε παρηγοριά: η ζωή πρέπει να μπορείς να την αντέχεις όπως είναι, ξανά και ξανά, χωρίς την υπόσχεση ενός “άλλου αύριο” που θα σε σώσει, γιατί αν περιμένεις έναν καλύτερο εαυτό, στην πραγματικότητα δεν ζεις τον σημερινό.
Κι έτσι αρχίζει μια παράξενη ψευδαίσθηση ταυτότητας μέσα στον χρόνο, σαν να μην είμαστε ένας άνθρωπος που εξελίσσεται αλλά πολλοί διαφορετικοί άνθρωποι που διαδέχονται ο ένας τον άλλον χωρίς ευθύνη μεταξύ τους, ο σημερινός αναβάλλει, ο αυριανός θα αναλάβει, ο μεθαυριανός θα διορθώσει, και κάπου ανάμεσα χάνεται η πράξη.
Αλλά η αλήθεια είναι πιο απλή και πιο άβολη: δεν υπάρχει άλλος άνθρωπος, υπάρχει μόνο συνέχεια, ο “αύριο εαυτός” δεν είναι κάποιος που θα εμφανιστεί με νέα δύναμη, είναι το αποτέλεσμα του τι επιλέγεις τώρα, και κάθε μικρή αναβολή είναι μια ήσυχη απόφαση ότι δεν θέλεις να τον διαμορφώσεις ακόμη.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν έχουμε χρόνο, το πρόβλημα είναι ότι τον μετατρέπουμε σε δικαιολογία για να μην τον ζήσουμε, κι έτσι η φράση «αύριο θα είμαι άλλος άνθρωπος» αποκαλύπτεται όχι ως ελπίδα αλλά ως μηχανισμός αποφυγής, μια κομψή μορφή καθυστέρησης, ένα ψυχολογικό καταφύγιο όπου όλα επιτρέπονται γιατί τίποτα δεν χρειάζεται να γίνει σήμερα.
Όμως ο χρόνος δεν περιμένει την ταυτότητά μας να αλλάξει, δεν σταματά για να μας δώσει δεύτερη ευκαιρία να είμαστε “έτοιμοι”, ρέει μέσα από τις επιλογές μας, όχι έξω από αυτές, και στο τέλος δεν γίνεται να ξεφύγεις από μια απλή παρατήρηση: ο αυριανός άνθρωπος που περιμένεις να γίνεις είναι ήδη υπό κατασκευή μέσα σε αυτό που κάνεις τώρα.