Ανάμεσα σε Όνειρο και Απουσία — με τον Τάσος Λειβαδίτη

Κάποιες ζωές δεν χάνονται με θόρυβο, σβήνουν αθόρυβα, μέσα σε σκέψεις που έγιναν καταφύγιο. Εκεί που η πραγματικότητα δεν φτάνει εύκολα, αρχίζει να απλώνεται ένας άλλος κόσμος: πιο απαλός, πιο δίκαιος, πιο ανεκτικός μαζί μας. Κι όσο περισσότερο μένεις εκεί, τόσο λιγότερο αντέχεις αυτό που συμβαίνει έξω.

Δεν είναι φυγή από δειλία είναι μια σχεδόν ανεξήγητη έλξη προς κάτι που μοιάζει πιο αληθινό, παρόλο που δεν υπήρξε ποτέ. Ένα βλέμμα που δεν ανταλλάχθηκε, μια ζωή που δεν δοκιμάστηκε, μια εκδοχή του εαυτού που έμεινε ανολοκλήρωτη. Κι έτσι, αρχίζεις να επενδύεις σε ό,τι δεν έγινε, να το φροντίζεις μέσα σου σαν να ήταν η μοναδική σου πραγματικότητα.

Και όταν, κάποτε, επιστρέφεις στον κόσμο έστω για λίγο νιώθεις ότι όλα έχουν προχωρήσει χωρίς εσένα. Οι άνθρωποι έχουν βρει τη θέση τους, οι στιγμές έχουν κλείσει τον κύκλο τους, κι εσύ στέκεσαι απέξω, σαν να άργησες σε κάτι που δεν ήξερες καν ότι συνέβαινε.

Τότε είναι που γεννιέται εκείνη η λεπτή ενοχή. Όχι για λάθη, αλλά για απουσίες. Για όλα όσα δεν άγγιξες, για όλα όσα άφησες να περάσουν επειδή πίστεψες ότι κάποτε θα τα ζήσεις αλλιώς, καλύτερα, πιο ολοκληρωμένα. Μόνο που αυτό το “κάποτε” έμεινε πάντα λίγο πιο πέρα.

Κι όμως, μέσα σε αυτή τη σιωπηλή απώλεια, υπάρχει κάτι που επιμένει να ανθίζει. Μια αδιόρατη παρηγοριά, σαν να σε συνόδευε πάντα κάτι αόρατο, ένας κήπος που δεν φάνηκε ποτέ στους άλλους, αλλά σε κράτησε όρθιο όταν όλα έμοιαζαν να διαλύονται. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που αντέχεται όλο αυτό το ενδιάμεσο: ούτε εδώ, ούτε εκεί.

Γιατί τελικά, δεν είναι μόνο όσα ζήσαμε που μας καθορίζουν. Είναι κι εκείνα που ονειρευτήκαμε τόσο έντονα, που πήραν τη θέση της ζωής.

Και κάπου εκεί, σε αυτή τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στο ανεκπλήρωτο και στο φαντασμένο, έρχεται να σταθεί η φωνή του Τάσου Λειβαδίτη. Όχι για να εξηγήσει αλλά για να πει αυτό που δύσκολα παραδεχόμαστε: πως καμιά φορά ονειρευτήκαμε τόσο πολύ, που ξεχάσαμε να ζήσουμε. Και πως αυτή η απώλεια δεν είναι θορυβώδης είναι ήσυχη, σχεδόν όμορφη, και γι’ αυτό ακόμα πιο οδυνηρή.

Γι’ αυτό και τα λόγια του δεν μπαίνουν εδώ σαν ένα απλό ποίημα στο τέλος ενός κειμένου. Μπαίνουν σαν συνέχεια αυτής της σκέψης, σαν εξομολόγηση που δεν τολμήσαμε να ολοκληρώσουμε μόνοι μας:

Κύριε, αμάρτησα ενώπιον σου: ονειρεύτηκα πολύ. Έτσι ξέχασα να
ζήσω.
Μόνο καμιά φορά μ’ ένα μυστικό που το ‘χα μάθει από παιδί
ξαναγύριζα στον αληθινό κόσμο
αλλά εκεί κανείς δε με γνώριζε. Σαν τους θαυματοποιούς που όλη
τη μέρα χαρίζουν τ’ όνειρο στα παιδιά
και το βράδυ γυρίζουν στις σοφίτες τους πιο φτωχοί κι απ’ τους
αγγέλους —
ο άλλος αδελφός μου πέθανε στο γηροκομείο κι όταν πήγαινα να
τον δω, μου ζητούσε λίγα χρήματα τόσο παρακλητικά
που ο θάλαμος ευωδίαζε Χριστούγεννα. Και συχνά διέσχιζα έναν
επικίνδυνο δρόμο για να προλάβω ένα φάντασμα
ή τις νύχτες έψαχνα απεγνωσμένα μέσα στο παρελθόν μήπως και
βρω μια λεπτομέρεια
που να με δικαιώνει. Άλλα εκείνο που μ’ έκανε ν’ απορώ είναι
που υστέρα από μια ολόκληρη εξέγερση εγώ είχα ακόμα το
κεφάλι πάνω στους ώμους μου.
Κι ίσως αυτό να ‘γινε γιατί πάντα ένας κήπος απλωνόταν γύρω μου
χωρίς κανείς να τον βλέπει.
Και κάθε φορά που ξυπνάω δυσκολεύομαι να ξαναβρώ την
ηλικία μου
ανεμίζει στο παράθυρο η κουρτίνα σα ν’ αποχαιρετάει κάποιον που
μόλις έφυγε —
ώ νεότητα!
Συνήθως κάθομαι στη σάλα κοιτάζοντας τον τοίχο «Όμως αν το
δεις, θα χαθείς», μου ‘λεγε η μητέρα κι έκλαιγε
«κι όμως, μητέρα — μόνο αν χαθώ θα το δω», και τότε ένιωθα
πως είχα έρθει από πολύ μακριά και πήγαινα ακόμα μακρύτερα
κι ο αέρας μύριζε απαλά σα να ‘χαμε συγχωρεθεί για όλα
ή άλλοτε περπατώντας τη νύχτα ολομόναχος άκουσα ένα πιάνο
να παίζει
κι οι θλιμμένες νότες του ήταν σα να ‘ρχονταν. απ’ το βάθος ενός
ονείρου
ή μιας άλλης ζωής
που πήγαινα; τι γύρευα; Θα ξαναγυρίσουμε ποτέ;
Αλλά τι σημασία έχει;
αφού μόνο το ανεξήγητο είναι που δίνει κάποτε στα λόγια μας τη
μαγεία ενός χαμένου δειλινού,
ώρες νοσταλγίας, που μας κάνετε να ζήσουμε τρεις ζωές σ’ ένα
μοναχικό απόγευμα
και συχνά στο διάδρομο συνάντησα πρόσωπα άγνωστα όπως όταν
έχεις χάσει το δρόμο
ή μας συμβαίνουν γεγονότα που μας φαίνονται τόσο γνώριμα,
πότε τα ξαναζήσαμε; που;
Ίσως γι’ αυτό κλαίω σε ώρες ακατάλληλες.
Ώ ανεκπλήρωτο, που ακόμα κι όταν όλα μας εγκαταλείπουν εσύ
αφήνεις έξω από την πόρτα μας
ένα μικρό γιασεμί..

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή