Στην ‘Ακρη του Φωτός

Κάποια απογεύματα
η θάλασσα φοράει το παλιό της όνομα
και το λέει σιγά,
σαν να φοβάται μην το ξεχάσει ο άνεμος.

Οι δρόμοι μυρίζουν γιασεμί και αναβολή,
κι ένας άντρας που δεν έφυγε ποτέ
γράφει σε τοίχο ξεβαμμένο:
«εδώ τελειώνει η υπόσχεση,
αρχίζει η μνήμη».

Τα σπίτια κρατούν στα μπαλκόνια τους
ρούχα που στάζουν χρόνο,
κι ένα παιδί με μάτια από φως
μετράει τα καράβια σαν να μετράει απουσίες.

Είπαν πως οι πόλεις δεν έχουν ψυχή,
μόνο σχέδια και πέτρα.
Μα εγώ τις είδα τα βράδια
να χαμηλώνουν τα φώτα τους
σαν ηλικιωμένοι θεοί
που δεν περιμένουν πια θυσίες.

Κι οι άνθρωποι περνούν
σαν λέξεις που ξέχασαν το νόημά τους,
μα εξακολουθούν να σημαίνουν κάτι
μόνο και μόνο επειδή ειπώθηκαν.

Κάποτε αγαπήσαμε με τρόπο απόλυτο,
όπως πέφτει το φως πάνω στο νερό
χωρίς να ρωτήσει αν χωράει.
Κι αυτό το απόλυτο
έγινε ρωγμή στο βλέμμα του χρόνου.

Κι αν κάποτε επιστρέψεις,
μη ρωτήσεις αν σε θυμάται ο χρόνος.
Ο χρόνος δεν θυμάται
μόνο επιμένει.

Κι όμως, μέσα στην επιμονή του,
γεννιέται κάτι πιο λεπτό από τη μνήμη,
κάτι που δεν έχει όνομα
μα έχει βάρος φωτός.

Γιατί ό,τι χάνεται δεν χάνεται ποτέ ολόκληρο·
μένει σαν ανάσα σε γυαλί κρυφό,
σαν λέξη που δεν ειπώθηκε σωστά
μα ειπώθηκε αρκετά για να υπάρξει.

Κι έτσι, στο τέλος, δεν είναι η λήθη που νικά.
Είναι εκείνη η μικρή, αθόρυβη επιστροφή
των πραγμάτων που δεν τελείωσαν ποτέ,
μόνο κρύφτηκαν για λίγο
μέσα στο ίδιο τους το φως.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή