Ανεπαίσθητη Μετακίνηση

Στην άκρη της πόλης, εκεί που οι δρόμοι ξεχνούν τα ονόματά τους,
κάθεται μια λάμπα που τρεμοπαίζει χωρίς λόγο
σαν να θυμάται κάτι που δεν πρόλαβε να συμβεί.

Οι άνθρωποι περνούν με τα κεφάλια σκυφτά,
κρατώντας μικρές φωτιές στις τσέπες τους,
μα φοβούνται να τις ανάψουν.

Γιατί ό,τι φωτίζεται, αποκαλύπτει.
Κι ό,τι αποκαλύπτεται, δεν συγχωρεί.

Σ’ ένα δωμάτιο χωρίς καθρέφτες,
ένας άντρας μετράει τις ρωγμές στον τοίχο.

Τις λέει “μέρες”.
Τις λέει “λάθη”.

Κάποτε τις είπε “ελπίδα”
μα εκείνη η λέξη έσπασε πρώτη.

Έξω, ένα δέντρο ξερό,
κρατά ακόμη τα φύλλα του από πείσμα,
όχι από ζωή.

Κι ο αέρας περνά ανάμεσά τους
σαν κάποιος που ψάχνει όνομα
και δεν το βρίσκει.

Κάπου μακριά ακούγεται μια φωνή
όχι κραυγή, όχι τραγούδι,
κάτι ανάμεσα σε ανάμνηση και εγκατάλειψη.

Κανείς δεν γυρίζει να δει.
Όλοι ξέρουν:
ό,τι καλεί στο σκοτάδι, δεν ζητά απάντηση.

Στο χώμα είναι θαμμένα πράγματα μικρά:
ένα παιδικό κουμπί,
μια λέξη “για πάντα”,
ένα γράμμα που δεν στάλθηκε ποτέ.

Αυτά αντέχουν περισσότερο απ’ τους ανθρώπους.
Δεν έχουν ανάγκη από δικαιολογία.

Κι όταν πέφτει η νύχτα
όχι σαν πέπλο, μα σαν βάρος
οι τοίχοι πλησιάζουν λίγο πιο κοντά,
οι σκιές αλλάζουν θέση χωρίς να τολμούν να φύγουν,
και τα μάτια μένουν ανοιχτά,
όχι για να δουν,
μα για να κρατήσουν κάτι άφωνο.

Και τότε,
κάτι ανεπαίσθητο μετακινείται στο σκοτάδι
σαν ανάσα που δεν ειπώθηκε ποτέ,
σαν όνομα που διαλύεται πριν ακουστεί.

Κι η νύχτα…
μένει.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή