Οι ‘Ανθρωποι που Έμειναν Ξύπνιοι

Υπάρχουν άνθρωποι
που δεν κοιμούνται ποτέ πραγματικά.

Μόνο ξαπλώνουν για λίγο
δίπλα στις ήττες τους,
με τα χέρια σταυρωμένα πάνω στο στήθος
σαν να φυλάνε μέσα τους
ένα τελευταίο, άγνωστο ζώο
που αναπνέει ακόμη.

Τους αναγνωρίζεις από τη σιωπή.
Όχι εκείνη τη γαλήνια
τη μεγάλη, τη βαριά σιωπή,
που μοιάζει με εκκλησία μετά την καταστροφή.

Κάποτε πίστεψαν πολύ.
Σε ανθρώπους,
σε σώματα,
σε λέξεις που έλαμπαν μέσα στη νύχτα
σαν σπίρτα πριν από την καταιγίδα.

Ύστερα είδαν.

Είδαν τα μάτια να αλλάζουν χρώμα
μόλις πλησίασε ο φόβος.
Είδαν την αγάπη να γίνεται συνήθεια
και τη συνήθεια να γίνεται απουσία.
Είδαν φίλους να μικραίνουν μέσα στον χρόνο
σαν παλιές φωτογραφίες αφημένες στον ήλιο.

Και πάνω απ’ όλα
είδαν τον εαυτό τους
να στέκεται μπροστά σε καθρέφτες ξένους,
ανήμπορος να θυμηθεί
πότε ακριβώς τελείωσε η αθωότητα.

Γιατί η αθωότητα δεν φεύγει με θόρυβο.
Δεν σπάει.
Δεν ουρλιάζει.

Μόνο αποσύρεται ένα βράδυ αθόρυβα,
παίρνοντας μαζί της
τον τρόπο που κοιτούσες τον κόσμο.

Κι από τότε
όλα αποκτούν βάρος.

Το νερό.
Το βλέμμα μιας μάνας στο λεωφορείο.
Τα άδεια παπούτσια δίπλα σε πόρτες.
Το “να προσέχεις” που δεν ειπώθηκε εγκαίρως.
Η καρέκλα εκείνου που δεν θα επιστρέψει.

Υπάρχουν νύχτες
που η πόλη μοιάζει τραυματισμένο ζώο.
Τα φώτα της τρεμοπαίζουν
σαν αναμνήσεις που αρνούνται να πεθάνουν
κι οι άνθρωποι περπατούν βιαστικά
λες και κάποιος τους κυνηγά
από μέσα.

Κανείς δεν μιλά για αυτό.

Για τον φόβο που μεγαλώνει στα κόκαλα.
Για τη μοναξιά που κάθεται στο τραπέζι
πριν ακόμη στρωθεί το φαγητό.
Για εκείνη τη στιγμή λίγο πριν χαράξει
όπου αισθάνεσαι όλο τον κόσμο
να ακουμπά επάνω στο στήθος σου
σαν πέτρα βυθισμένη σε νερό.

Κι όμως,
οι άνθρωποι συνεχίζουν.

Αυτό είναι το πιο τρομακτικό.

Συνεχίζουν να ξυπνούν,
να δένουν τα κορδόνια τους,
να πληρώνουν λογαριασμούς,
να χαμογελούν από ευγένεια,
ενώ μέσα τους καταρρέουν πολιτείες ολόκληρες.

Κάποτε νόμιζα
πως η δύναμη ήταν να αντέχεις.

Τώρα ξέρω:

η δύναμη είναι να μη σκληρύνεις.

Να μπορείς ακόμη να λυπάσαι.
Να σε αγγίζει ένα τραγούδι από μακριά.
Να κοιτάς έναν άνθρωπο κατευθείαν στα μάτια
χωρίς να θέλεις να τον νικήσεις.

Γιατί ο κόσμος γεμίζει σιγά σιγά
από ανθρώπους κουρασμένους,
που έμαθαν να επιβιώνουν
μα ξέχασαν να αισθάνονται.

Και τότε έρχεται η μεγάλη ερήμωση.

Όχι των δρόμων
των ψυχών.

Εκεί όπου κανείς δεν κλαίει πια αληθινά,
κανείς δεν αγαπά χωρίς υπολογισμό,
κανείς δεν θυμάται το πρόσωπό του
πριν φοβηθεί τόσο πολύ.

Αλλά κάπου,
σε κάποιο μικρό δωμάτιο φωτισμένο αμυδρά,
ένας άνθρωπος παραμένει ξύπνιος.

Κρατά ακόμη μέσα του
λίγο φως,
λίγη τρυφερότητα,
ένα πείσμα σχεδόν ιερό
να μη μοιάσει με το σκοτάδι που είδε.

Κι ίσως τελικά
η ελπίδα να μην είναι τίποτε περισσότερο από αυτό:

ένας άνθρωπος
που ενώ γνώρισε τη νύχτα σε όλο της το βάθος,
αρνήθηκε να γίνει μέρος της.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή