Σίγαση

Στην μνήμη ενός καλοκαιριού που δεν τελείωσε ποτέ,
ο ουρανός είχε σκύψει χαμηλά, να ακούσει τι λένε τα χώματα.

Κι εκεί, ανάμεσα σε ρωγμές από φως και παλιές σιωπές,
γεννιόταν μια πόλη από αλάτι και αναπνοές.

Οι δρόμοι της δεν είχαν ονόματα, μόνο κατεύθυνση προς το φως,
κι οι άνθρωποι περπατούσαν σαν να θυμούνταν κάτι που δεν έζησαν ακόμη.

Κάθε παράθυρο κρατούσε μέσα του έναν μικρό ήλιο φυλαγμένο,
και κάθε πόρτα άνοιγε προς μια θάλασσα που δεν είχε τέλος αλλά αρχή.

Τα δέντρα μιλούσαν με λέξεις από νερό,
και οι σκιές τους έπεφταν σαν παλιές φωτογραφίες πάνω στο χώμα.

Ένα κορίτσι άπλωνε τα ρούχα της μέρας σε ένα σχοινί από άνεμο,
κι ο χρόνος στεκόταν για λίγο, σαν να μην ήξερε προς τα πού να πάει.

Στην πλατεία ενός ονείρου που δεν ειπώθηκε ποτέ ολοκληρωμένο,
ένα τραπέζι περίμενε πάντα τους ίδιους ανύπαρκτους καλεσμένους,
κρασί που δεν είχε ακόμα ανοίξει, ψωμί που μύριζε παιδική ηλικία,
κι ένα τραγούδι που ξεκινούσε πάντα από τη μέση, για να θυμίζει την αρχή.

Κι η θάλασσα, αυτή η παλιά μητέρα των πραγμάτων που δεν εξηγούνται,
έστελνε κύματα σαν επιστολές χωρίς παραλήπτη,
γεμάτες από γράμματα που έλιωναν μόλις τα διάβαζε το φως.

Κάποτε, στο τέλος ή ίσως στην αρχή, δεν είχε σημασία πια,
ένας άνθρωπος στάθηκε και άκουσε για πρώτη φορά τη σιωπή να μιλάει.

Και κατάλαβε πως όλα όσα έψαχνε δεν ήταν μακριά,
αλλά είχαν απλώς μάθει να κρύβονται μέσα στο ίδιο του το βλέμμα.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή