Στο λευκό της αυγής που δεν αποφάσισε ακόμη αν θα γίνει μέρα
οι πέτρες κρατούν μέσα τους μικρές, πεισματάρικες θάλασσες.
Κι ο άνεμος περνάει σαν σκέψη που ξέχασε το όνομά του
και σταματάει για λίγο πάνω στα φύλλα, σαν να θυμάται.
Τα σπίτια ακουμπούν το ένα στο άλλο σαν μυστικά που δεν ειπώθηκαν ποτέ,
και οι αυλές τους γεμίζουν με φως που στάζει αργά, σχεδόν ανθρώπινα.
Ένα τραπέζι ξύλινο, παλιό, κρατάει ακόμη τα ψίχουλα μιας γιορτής
που έγινε χωρίς να το καταλάβει κανείς, κι έμεινε εκεί σαν ανάμνηση.
Στην άκρη του δρόμου ένα δέντρο μαθαίνει να μεγαλώνει προς τα μέσα,
ρίζες που θυμίζουν φωνές, κλαδιά που γράφουν τον ουρανό αλλιώς.
Κι ένα πουλί περνάει χαμηλά, σαν να κουβαλάει την είδηση
ότι όλα όσα χάθηκαν δεν χάθηκαν πραγματικά, απλώς άλλαξαν τόπο.
Κάπου στο βάθος, η θάλασσα ανασαίνει αργά,
σαν γέρος που ξέρει περισσότερα απ’ όσα λέει,
και κάθε κύμα της είναι μια επιστροφή που δεν έγινε ποτέ,
μα συνεχίζει να έρχεται, ξανά και ξανά,
σαν υπόσχεση που δεν ζητάει να τη θυμηθεί κανείς.
Κι εσύ, μέσα σε όλο αυτό το αθόρυβο ξετύλιγμα του κόσμου,
στεκόσουν σαν φως που δεν έχει αποφασίσει αν θέλει να πέσει ή να μείνει,
σαν λέξη στην άκρη του στόματος του ουρανού,
που δεν ειπώθηκε ακόμη αλλά ήδη σημαίνει τα πάντα.