Υπήρχαν μέρες
που περπατούσε ανάμεσα στους ανθρώπους
σαν κάποιος που γύρισε πολύ αργά
από έναν πόλεμο
που κανείς άλλος δεν θυμόταν.
Χαμογελούσε κανονικά.
Απαντούσε «καλά».
Άναβε τσιγάρα αφηρημένα στα μπαλκόνια
και κοιτούσε για ώρες
κάτι μακρινό,
λες και ο κόσμος βρισκόταν πάντοτε
λίγο πιο πέρα απ’ αυτήν.
Κανείς δεν κατάλαβε αμέσως.
Η θλίψη δεν φωνάζει όταν γίνεται βαθιά.
Μαθαίνει να ντύνεται ήσυχα,
να κάθεται σωστά στο τραπέζι,
να λέει ευγενικά “ευχαριστώ”,
να επιστρέφει εγκαίρως τα χαμόγελα.
Μόνο τα βράδια άλλαζε το πρόσωπό της.
Τότε που οι τοίχοι μεγάλωναν,
που το ταβάνι κατέβαινε αργά πάνω στο στήθος,
που κάθε αντικείμενο μέσα στο δωμάτιο
αποκτούσε το βάρος μιας ανάμνησης.
Το ποτήρι στο νεροχύτη.
Η καρέκλα απέναντι άδεια.
Ένα πουκάμισο ξεχασμένο στην πόρτα.
Η σιωπή του τηλεφώνου.
Υπάρχουν νύχτες
που ακόμη κι η αναπνοή κουράζει τον άνθρωπο.
Νύχτες
που αισθάνεσαι πως κουβαλάς μέσα σου
ολόκληρη τη σκοτεινή πλευρά της θάλασσας.
Κι εκείνη κουράστηκε πολύ.
Κουράστηκε να εξηγεί
γιατί ένα πρωί μπορεί να σε διαλύσει χωρίς λόγο.
Γιατί η μοναξιά δεν έχει σχέση με τους ανθρώπους γύρω σου.
Γιατί μερικές καρδιές
γεννιούνται με περισσότερο χειμώνα απ’ όσο αντέχουν.
Άρχισε τότε να χάνεται σιγά σιγά.
Σαν φως που μικραίνει μέσα σε διάδρομο.
Σαν μουσική από άλλο σπίτι.
Σαν όνομα που το λες ξανά και ξανά
μέχρι να πάψει να σημαίνει άνθρωπο.
Κάποτε πίστευε πολύ στη ζωή.
Στα ξενύχτια του καλοκαιριού,
στα χέρια που ενώνονται αυθόρμητα,
στις μεγάλες παρέες μετά τα μεσάνυχτα,
στο γέλιο που σε κάνει να ξεχνάς τον χρόνο.
Ύστερα οι άνθρωποι έφυγαν.
Άλλοι από φόβο
άλλοι από βιασύνη,
άλλοι επειδή δεν ήξεραν τι να κάνουν
μπροστά σε μια ψυχή που βυθιζόταν.
Κι εκείνη έμεινε μόνη
με τις σκέψεις της να μεγαλώνουν μέσα στο σκοτάδι
σαν νερό σε κλειστό δωμάτιο.
Υπάρχει μια στιγμή
που ο άνθρωπος δεν ζητά πια σωτηρία.
Μόνο ησυχία.
Να σταματήσει για λίγο
αυτός ο αόρατος θόρυβος μέσα στο κεφάλι.
Αυτό το βάρος πίσω από τα μάτια.
Αυτή η αδιάκοπη μάχη
ανάμεσα στο “άντεξε”
και στο “δεν μπορώ άλλο”.
Και το πιο τρομακτικό
είναι πως κανείς δεν βλέπει τη στιγμή ακριβώς.
Οι άνθρωποι κοιμούνται.
Τα ταξί συνεχίζουν να περνούν κάτω από τα φώτα.
Κάποιος γελά σε ένα μπαρ.
Κάποιος ερωτεύεται.
Κάποιος βάζει ξυπνητήρι για το πρωί.
Κι ένας άνθρωπος
στέκεται μόνος μπροστά σε ένα ανοιχτό παράθυρο
σαν να κοιτά για τελευταία φορά
ολόκληρο τον κόσμο.
Όχι με θυμό.
Με μια απέραντη κούραση.
Σαν να έφτασε επιτέλους
στο τέλος μιας σκάλας
που ανέβαινε χρόνια μέσα στο σκοτάδι.
Κι ύστερα
τίποτε.
Μόνο η πόλη.
Η ίδια πόλη.
Με τα φώτα της,
τα λεωφορεία της,
τις πρωινές εφημερίδες,
τους ανθρώπους που βιάζονται να προλάβουν τη ζωή
λες και δεν χάνεται καθημερινά δίπλα τους.
Και κάπου,
σε ένα δωμάτιο που δεν άνοιξε ακόμη κανείς,
μένει για λίγο η σιωπή του.
Βαριά.
Σαν παλτό ξεχασμένο σε καρέκλα.
Σαν νερό ακίνητο.
Σαν μια ερώτηση
που δεν θα απαντηθεί ποτέ.
Ίσως τελικά
οι πιο θλιμμένοι άνθρωποι
να μην είναι εκείνοι που κλαίνε.
Αλλά εκείνοι
που κουράστηκαν τόσο πολύ
ώστε έμαθαν να φεύγουν αθόρυβα
από τον κόσμο
πριν ακόμη χαθούν απ’ αυτόν.