Σαν άσπρο κύμα που ξέχασε το πέλαγος στο βλέμμα σου
ξύπνησε το φως και φόρεσε το σώμα του καλοκαιριού.
Στις αυλές των ανέμων στάζουν λεμόνια οι σιωπές,
κι ένα κοχύλι κρατάει μέσα του όλη τη θάλασσα όρθια.
Περπατάει ο ήλιος ξυπόλυτος πάνω στις στέγες,
σπάει σε μικρά χρυσά κομμάτια στα χέρια των παιδιών.
Κι εσύ, νησί από μνήμη και αλάτι,
μαθαίνεις ξανά τη γλώσσα που μιλούν τα κύματα όταν αγαπούν.