Το Λοξό Δέντρο

Στο βορεινό άκρο ενός αρχαίου δάσους, εκεί όπου η ομίχλη έμενε χαμηλά ακόμη και μετά την ανατολή και τα ποτάμια κυλούσαν αργά σαν να είχαν κουραστεί από τον χρόνο, στεκόταν ένα δέντρο που δεν έμοιαζε με τα υπόλοιπα.

Ο κορμός του δεν υψωνόταν ευθύς προς τον ουρανό. Είχε μια ελαφριά κλίση, σχεδόν ανεπαίσθητη, μα αρκετή ώστε τα άλλα δέντρα να την παρατηρούν κάθε φορά που φυσούσε άνεμος. Τα κλαδιά του απλώνονταν άτακτα. Άλλα ανέβαιναν υπερβολικά ψηλά, σαν να ζητούσαν περισσότερο φως απ’ όσο τους αναλογούσε, κι άλλα έγερναν χαμηλά προς το έδαφος, βαριά από μια σιωπηλή κόπωση που κανείς δεν καταλάβαινε.

Μα περισσότερο απ’ όλα, τα φύλλα του άλλαζαν χρώμα πολύ πριν έρθει το φθινόπωρο.

Αυτό ήταν που συζητούσε συχνότερα το δάσος.

Οι λεύκες ψιθύριζαν μεταξύ τους όταν περνούσε ο άνεμος από τα κλαδιά τους.

«Πάλι ξεθώριασε πριν την ώρα του.»

Οι γέρικες καστανιές, αγέρωχες πάνω στο ύψωμα, έτριζαν βαριά μέσα στις νύχτες της υγρασίας.

«Δεν ρίζωσε ποτέ σωστά.»

Και κάθε φορά που οι ψίθυροι ταξίδευαν μέσα στον άνεμο, τα φύλλα του δέντρου έτρεμαν ελαφρά. Όχι από το κρύο· από εκείνη τη λεπτή, αόρατη φθορά που αφήνουν επάνω στα πράγματα οι συνεχείς παρατηρήσεις.

Με τα χρόνια, το δέντρο άρχισε να φοβάται τις εποχές.

Την άνοιξη, επειδή έφερνε άνθη.
Το καλοκαίρι, επειδή το φως αποκάλυπτε κάθε ανομοιομορφία του κορμού.
Το φθινόπωρο, επειδή τα φύλλα του έπεφταν πρώτα.
Τον χειμώνα, επειδή τα γυμνά του κλαδιά έμοιαζαν ακόμη πιο άνισα κάτω από την παγωνιά.

Μόνο οι βροχές το άφηναν ήσυχο.

Τις νύχτες της βροχής, όλα τα δέντρα ακούγονταν ίδια. Το νερό δεν ξεχώριζε κορμούς. Δεν σύγκρινε φύλλα. Έπεφτε παντού με την ίδια αδιάφορη τρυφερότητα. Γι’ αυτό το δέντρο αγαπούσε τις καταιγίδες.

Κάποτε, ένα μικρό κοτσύφι στάθηκε σε ένα από τα χαμηλά του κλαδιά.

«Γιατί μαζεύεις τόσο πολύ τα φύλλα σου όταν φυσά;» ρώτησε.

Το δέντρο άργησε να απαντήσει.

«Επειδή ο άνεμος περνά συχνότερα από εδώ.»

Το κοτσύφι τίναξε τα φτερά του.

«Ο άνεμος περνά από όλα τα δέντρα.»

«Όχι με τον ίδιο τρόπο», αποκρίθηκε το δέντρο.

Το πουλί δεν κατάλαβε. Πέταξε μακριά λίγο αργότερα, παρασυρμένο από τις φωνές άλλων πουλιών βαθύτερα στο δάσος.

Το δέντρο έμεινε πάλι μόνο με τα φύλλα του.

Κι εκείνα μιλούσαν συχνά μεταξύ τους τις νύχτες.

«Μήπως φταίμε εμείς;» ψιθύριζαν τα πιο μικρά φύλλα στα ψηλότερα κλαδιά.

«Ίσως αν ήμασταν πιο πυκνά…»

«Ίσως αν πέφταμε αργότερα…»

«Ίσως αν κρατούσαμε καλύτερα το χρώμα μας…»

Και τα γηραιότερα φύλλα σώπαιναν. Γνώριζαν κάτι που τα νεότερα ακόμη δεν μπορούσαν να καταλάβουν· πως υπάρχουν δέντρα που μεγαλώνουν ακούγοντας τόσους ψιθύρους, ώστε στο τέλος οι ίδιοι οι χυμοί τους μαθαίνουν να κυλούν με αμφιβολία.

Οι εποχές περνούσαν αργά πάνω από το δάσος.

Τα ποτάμια φούσκωναν και υποχωρούσαν. Τα αποδημητικά πουλιά έφευγαν και επέστρεφαν. Το φεγγάρι γέμιζε και άδειαζε πάνω από τις κορυφές των δέντρων αμέτρητες φορές.

Και το λοξό δέντρο συνέχιζε να στέκεται εκεί, με τα κλαδιά του πάντοτε λίγο πιο μαζεμένα από πριν.

Μία νύχτα φθινοπώρου, ο άνεμος κατέβηκε από τα βουνά δυνατότερος από συνήθως. Πέρασε ανάμεσα από τις καστανιές, τάραξε τις λεύκες, λύγισε τις σημύδες. Κι όταν έφτασε στο λοξό δέντρο, στάθηκε για λίγο περισσότερο εκεί.

Τα φύλλα άρχισαν να τρέμουν.

«Μη», ψιθύρισε ένα από τα χαμηλά κλαδιά.

Ο άνεμος δεν απάντησε.

Συνέχισε να περνά ανάμεσα από τα φύλλα, παρασύροντας ένα ένα τα πιο αδύναμα προς το έδαφος. Και καθώς έπεφταν, τα υπόλοιπα δέντρα άκουγαν τον ήχο τους πάνω στο βρεγμένο χώμα.

«Πάλι χάνει περισσότερα απ’ όλους», μουρμούρισε μια λεύκα.

Το δέντρο δεν μίλησε. Μονάχα κοίταζε τα φύλλα του κάτω στη γη, σκεπασμένα από υγρασία και λάσπη.

Κι όλη τη νύχτα, καθώς το δάσος κοιμόταν κάτω από τη βροχή, οι γυμνές του ρίζες έσφιγγαν σιωπηλά το χώμα σαν να φοβούνταν πως ακόμη κι η γη κάποτε θα κουραζόταν να το κρατά.

Το πρωί ήρθε αργά εκείνη την ημέρα.

Η ομίχλη είχε καθίσει βαριά ανάμεσα στους κορμούς και το δάσος έμοιαζε βυθισμένο σε μια υπομονετική, υγρή σιωπή. Τα φύλλα που είχαν πέσει τη νύχτα παρέμεναν σκορπισμένα γύρω από τις ρίζες του δέντρου, κολλημένα στο βρεγμένο έδαφος σαν ξεχασμένα κομμάτια εποχής.

Μερικά ακόμη ψιθύριζαν μεταξύ τους.

«Ίσως να κρατιόμασταν δυνατότερα…»

«Ίσως να μην έπρεπε να κουραζόμαστε τόσο γρήγορα…»

«Ίσως ο άνεμος να περνούσε πιο απαλά αν ήμασταν διαφορετικά φύλλα…»

Μα το χώμα δεν απαντούσε ποτέ σε τέτοιες σκέψεις. Το χώμα γνώριζε μόνο να δέχεται ό,τι πέφτει.

Ψηλά στα κλαδιά, όσα φύλλα είχαν απομείνει κοιτούσαν διαρκώς προς τις καστανιές του λόφου. Οι καστανιές στέκονταν πάντοτε ίσιες. Ο κορμός τους πλατύς, σταθερός, σχεδόν επιβλητικός. Ακόμη και οι καταιγίδες έμοιαζαν να περνούν από επάνω τους με περισσότερο σεβασμό.

«Κοίτα πώς κρατούν ακόμη το χρώμα τους», ψιθύρισε ένα νεαρό φύλλο.

Το δέντρο δεν είπε τίποτα.

Είχε κουραστεί να συγκρίνεται, μα δεν είχε μάθει να σταματά.

Το μεσημέρι, ένα κοπάδι πουλιών κατέβηκε χαμηλά πάνω από το δάσος. Τα περισσότερα στάθηκαν στις ψηλές λεύκες κοντά στο ποτάμι. Λίγα μόνο ακούμπησαν για λίγο στα κλαδιά του λοξού δέντρου προτού πετάξουν ξανά μακριά.

Κι όταν έφυγαν, τα λεπτά κλαδιά έμειναν να αιωρούνται ελαφρά μέσα στον αέρα, σαν να κρατούσαν ακόμη το βάρος της παρουσίας τους.

«Γιατί μένουν τόσο λίγο;» ρώτησε ένα φύλλο κοντά στην κορυφή.

Το δέντρο άργησε να απαντήσει.

«Ίσως επειδή εδώ ο άνεμος ακούγεται πιο κουρασμένος.»

Λίγο πιο πέρα, το ποτάμι συνέχιζε να κυλά ατάραχο ανάμεσα στις πέτρες. Το νερό ποτέ δεν σταματούσε πραγματικά. Άλλαζε μορφή, ταχύτητα, κατεύθυνση, μα ποτέ δεν αμφέβαλλε για την κίνησή του.

Το δέντρο το παρατηρούσε συχνά τις νύχτες. Υπήρχε κάτι σχεδόν σκληρό στον τρόπο που το νερό συνέχιζε να προχωρά χωρίς να κοιτά αν οι όχθες το θεωρούσαν όμορφο.

Κάποτε, σε έναν βαρύ χειμώνα, ο παγετός σκλήρυνε τόσο πολύ το έδαφος που αρκετές ρίζες άρχισαν να υποχωρούν. Οι λεύκες παραπονιούνταν διαρκώς στον άνεμο. Οι σημύδες έτριζαν ανήσυχα μέσα στη νύχτα. Μερικά νεαρά δέντρα λύγισαν από το βάρος του χιονιού.

Το λοξό δέντρο δεν μίλησε καθόλου.

Μονάχα κρατούσε τις ρίζες του βαθύτερα μέσα στο παγωμένο χώμα, λες και φοβόταν πως αν χαλάρωνε έστω λίγο, ολόκληρο το δάσος θα αντιλαμβανόταν πόσο κουρασμένο ήταν στην πραγματικότητα.

Και οι εποχές συνέχισαν να περνούν έτσι.

Με βροχές.
Με φύλλα που έπεφταν πρόωρα.
Με ανέμους που περνούσαν περισσότερο από τα κλαδιά του.
Με ψιθύρους που δεν σταματούσαν ποτέ εντελώς.

Μέχρι που κάποια νύχτα βαθιάς ανοίξεως, όταν το φεγγάρι είχε ανέβει χλωμό πάνω από το δάσος και όλα τα υπόλοιπα δέντρα είχαν ήδη ανθίσει, το λοξό δέντρο άκουσε τις ρίζες του να μιλούν μεταξύ τους κάτω από τη γη.

«Κουραστήκαμε», ψιθύρισε μία ρίζα.

«Το χώμα βαραίνει κάθε χρόνο περισσότερο», είπε μια άλλη.

«Μα δεν μπορούμε να φύγουμε», αποκρίθηκε η βαθύτερη.

Κι έπειτα απλώθηκε σιωπή κάτω από το έδαφος. Εκείνη η πυκνή, ασφυκτική σιωπή που έχουν μόνο τα πράγματα τα οποία έχουν αντέξει για υπερβολικά μεγάλο διάστημα.

Πάνω από τη γη, ο άνεμος πέρασε ξανά ανάμεσα στα κλαδιά.

Και το δέντρο, χωρίς να το καταλάβει, μάζεψε ακόμη λίγο περισσότερο τα φύλλα του προς τα μέσα.

Οι τελευταίες βροχές της εποχής ήρθαν αθόρυβα.

Χωρίς καταιγίδες.
Χωρίς κεραυνούς.
Μονάχα μια συνεχόμενη, υπομονετική βροχή που σκέπαζε το δάσος ημέρες ολόκληρες.

Το νερό κυλούσε αργά πάνω στον κορμό του λοξού δέντρου, γέμιζε τις χαρακιές του φλοιού του, γλιστρούσε μέχρι τις ρίζες και χανόταν βαθιά μέσα στο σκοτεινό χώμα.

Τα υπόλοιπα δέντρα μιλούσαν λιγότερο πια.

Οι εποχές κουράζουν ακόμη και τους ψιθύρους.

Μονάχα ο άνεμος συνέχιζε να επιστρέφει συχνά, περνώντας ανάμεσα από τα λιγοστά φύλλα που είχαν απομείνει στα κλαδιά.

Κάποτε, αργά μέσα σε ένα γκρίζο απόγευμα, ένα από τα τελευταία φύλλα κοντά στην κορυφή ρώτησε χαμηλόφωνα:

«Θα έρθει άραγε ποτέ μια εποχή όπου δεν θα φοβόμαστε τόσο πολύ να υπάρχουμε;»

Το δέντρο έμεινε σιωπηλό.

Το ποτάμι κυλούσε μακριά. Οι λεύκες θρόιζαν νωχελικά μέσα στην υγρασία. Κάπου βαθιά στο δάσος ακούστηκε το πέταγμα ενός κοπαδιού πουλιών που ετοιμαζόταν να φύγει πριν τον χειμώνα.

Μα απάντηση δεν ήρθε.

Γιατί ορισμένα δέντρα μεγαλώνουν τόσο καιρό μέσα σε ανέμους που τα λυγίζουν, ώστε κάποια στιγμή ξεχνούν πώς θα ήταν να στέκονται χωρίς φόβο.

Το φύλλο δεν ξαναμίλησε.

Λίγη ώρα αργότερα, ο άνεμος πέρασε ξανά ανάμεσα στα κλαδιά.

Και το φύλλο έπεσε.

Αργά.

Σχεδόν ήσυχα.

Περιστράφηκε λίγες φορές μέσα στον ψυχρό αέρα προτού ακουμπήσει στο βρεγμένο χώμα, δίπλα στα υπόλοιπα φύλλα που είχαν χαθεί νωρίτερα μέσα στις εποχές.

Το δέντρο το κοίταζε χωρίς να κινείται.

Έπειτα σήκωσε τα γυμνά του κλαδιά προς τον ουρανό, όχι από περηφάνια, ούτε από λύτρωση.

Μα επειδή δεν είχε απομείνει τίποτε άλλο για να συγκρατήσει.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή