Από την πρώτη στιγμή που γεννιέται, ο άνθρωπος γνωρίζει ότι κάποτε θα πεθάνει. Είναι ίσως το μοναδικό ον που έχει συνείδηση του τέλους του. Ωστόσο, υπάρχει μια λεπτομέρεια που τον κρατά όρθιο απέναντι σε αυτή τη βεβαιότητα: η άγνοια. Γνωρίζει ότι ο θάνατος θα έρθει, αλλά αγνοεί πότε. Και ίσως αυτή η άγνοια να αποτελεί το μεγαλύτερο δώρο της ύπαρξης. Τι θα συνέβαινε όμως αν κάθε άνθρωπος γνώριζε από τη στιγμή της γέννησής του την ακριβή ημερομηνία του θανάτου του;
Η πρώτη σκέψη είναι πως ο κόσμος θα γινόταν πιο οργανωμένος. Οι άνθρωποι θα σχεδίαζαν τη ζωή τους με απόλυτη ακρίβεια. Θα γνώριζαν πόσο χρόνο διαθέτουν για να αγαπήσουν, να δημιουργήσουν, να ταξιδέψουν, να ονειρευτούν. Δεν θα υπήρχαν ψευδαισθήσεις αθανασίας ούτε η διαρκής αναβολή των σημαντικών πραγμάτων. Πόσοι άραγε θα συνέχιζαν να λένε «θα το κάνω αργότερα» γνωρίζοντας ότι τους απομένουν ακριβώς επτά χρόνια, τρεις μήνες και δεκατέσσερις ημέρες;
Κι όμως, πίσω από αυτή την φαινομενική τάξη κρύβεται μια βαθιά τραγωδία. Γιατί η ζωή αντλεί μεγάλο μέρος της ομορφιάς της από το απρόβλεπτο. Από την πιθανότητα. Από την ελπίδα ότι ίσως αύριο συμβεί κάτι που δεν περιμέναμε. Αν γνωρίζαμε το τέλος μας, ένα μέρος του μέλλοντος θα είχε ήδη πεθάνει.
Φανταστείτε έναν άνθρωπο που γνωρίζει ότι θα πεθάνει στα σαράντα του. Θα τολμούσε να κάνει οικογένεια; Θα επένδυε σε όνειρα που απαιτούν δεκαετίες; Ή θα ζούσε με τη σκιά του τέλους να σκεπάζει κάθε του απόφαση; Από την άλλη πλευρά, κάποιος που γνωρίζει ότι θα ζήσει μέχρι τα ενενήντα ίσως μετατρεπόταν στον μεγαλύτερο αναβλητικό της ιστορίας. Θα πίστευε ότι υπάρχει πάντα χρόνος. Ότι όλα μπορούν να περιμένουν.
Έτσι, η γνώση του θανάτου δεν θα απελευθέρωνε απαραίτητα τον άνθρωπο. Ίσως να τον φυλάκιζε.
Ο Blaise Pascal είχε παρατηρήσει ότι οι άνθρωποι επινοούν αμέτρητες ασχολίες για να αποφύγουν να σκεφτούν τη θνητότητά τους. Αν όμως η ημερομηνία του τέλους ήταν χαραγμένη μπροστά στα μάτια τους, καμία απόσπαση δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει. Ο θάνατος δεν θα βρισκόταν στο βάθος του ορίζοντα. Θα καθόταν καθημερινά δίπλα τους.
Οι κοινωνίες θα άλλαζαν ριζικά. Οι ασφαλιστικές εταιρείες, οι τράπεζες, τα συνταξιοδοτικά συστήματα, η αγορά εργασίας, ακόμη και οι ανθρώπινες σχέσεις θα οργανώνονταν γύρω από την ημερομηνία θανάτου του καθενός. Οι άνθρωποι που θα είχαν μπροστά τους πολλές δεκαετίες ζωής θα αντιμετωπίζονταν διαφορετικά από εκείνους που θα είχαν περιορισμένο χρόνο. Ίσως να γεννιόταν μια νέα μορφή κοινωνικής ανισότητας, όχι βασισμένη στον πλούτο ή την καταγωγή αλλά στη διάρκεια της ζωής.
Αλλά το πιο σκοτεινό ερώτημα δεν αφορά την κοινωνία. Αφορά την ψυχή.
Πώς θα ήταν να ξυπνάς κάθε πρωί γνωρίζοντας ότι απομένουν ακριβώς 1.000 ημέρες; Ύστερα 999. Ύστερα 998. Θα μετρούσες τη ζωή ή θα άφηνες τη ζωή να σε μετρά;
Ο Γερμανός φιλόσοφος Martin Heidegger πίστευε ότι ο άνθρωπος γίνεται αυθεντικός μόνο όταν συνειδητοποιήσει πραγματικά τον θάνατό του. Όμως η συνειδητοποίηση είναι διαφορετική από τη βεβαιότητα. Άλλο να γνωρίζεις ότι θα πεθάνεις κάποτε και άλλο να ξέρεις την ακριβή στιγμή. Η πρώτη κατάσταση σε καλεί να ζήσεις. Η δεύτερη ίσως σε αναγκάζει να μετράς.
Καθώς η ημερομηνία θα πλησίαζε, πολλοί άνθρωποι θα βυθίζονταν στον πανικό. Κάθε γενέθλιο θα έμοιαζε λιγότερο με γιορτή και περισσότερο με αντίστροφη μέτρηση. Κάθε σχέδιο θα περνούσε από το φίλτρο της λήξης. Κάθε έρωτας θα κουβαλούσε μέσα του τη γνώση της τελευταίας συνάντησης. Κάθε αγκαλιά θα συνοδευόταν από την επίγνωση ότι κάποτε θα είναι η τελευταία.
Και τότε ίσως να καταλαβαίναμε κάτι που σήμερα θεωρούμε δεδομένο: ότι η αβεβαιότητα είναι κομμάτι της ελευθερίας μας.
Ο Emil Cioran έγραψε ότι ο θάνατος δεν μας ενοχλεί επειδή θα συμβεί, αλλά επειδή βρίσκεται πάντοτε εκεί, σαν μια μόνιμη πιθανότητα. Αν η πιθανότητα μετατρεπόταν σε συγκεκριμένη ημερομηνία, ο θάνατος θα έπαυε να είναι μυστήριο. Θα γινόταν πρόγραμμα.
Κι όμως, ίσως το μεγαλύτερο παράδοξο να είναι το εξής: οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι θα ζούσαν καλύτερα αν γνώριζαν πόσος χρόνος τους απομένει. Στην πραγματικότητα όμως δεν χρειάζονται αυτή τη γνώση. Χρειάζονται μόνο να θυμούνται ότι ο χρόνος είναι περιορισμένος.
Η άγνοια της ημερομηνίας του θανάτου μας αναγκάζει να ζούμε μέσα στην πιθανότητα. Μας επιτρέπει να ελπίζουμε, να σχεδιάζουμε, να ονειρευόμαστε. Μας δίνει το δικαίωμα να πιστεύουμε ότι υπάρχει ακόμη χρόνος, αλλά ταυτόχρονα μας υπενθυμίζει ότι ίσως δεν υπάρχει άπειρος χρόνος.
Ίσως λοιπόν η μεγαλύτερη σοφία να μην είναι να γνωρίζουμε πότε θα πεθάνουμε. Ίσως να είναι να ζούμε σαν να γνωρίζουμε ότι ο χρόνος τελειώνει, χωρίς όμως να ξέρουμε πότε. Γιατί αν ο άνθρωπος μάθαινε την ακριβή ημερομηνία του θανάτου του, πιθανόν να έχανε κάτι πολύ πιο πολύτιμο από την αβεβαιότητα.
Θα έχανε το μυστήριο.
Και χωρίς μυστήριο, η ζωή ίσως να έπαυε να είναι περιπέτεια και να μετατρεπόταν σε μια απλή αναμονή του τέλους.