Δεν θυμάμαι ποτέ να ήμουν από αυτούς που χάνουν πράγματα. Τα κλειδιά μου ήταν πάντα στο ίδιο σημείο, το πορτοφόλι στην ίδια τσέπη, το κινητό πάντα στο 40% περίπου, αρκετό για να μην αγχώνομαι αλλά όχι τόσο ώστε να το ξεχνάω. Οι σκέψεις μου ήταν τακτοποιημένες, σαν να είχαν ήδη περάσει από έλεγχο πριν εμφανιστούν.
Ζω στα Πατήσια, σε ένα μικρό διαμέρισμα που δεν έχει τίποτα ιδιαίτερο: δύο δωμάτια, μια κουζίνα που μυρίζει καφέ ακόμα κι όταν δεν φτιάχνω, και ένα παράθυρο που βλέπει σε μια απέναντι πολυκατοικία όπου σχεδόν πάντα κάποιος ανάβει φως την ίδια ώρα, σαν να υπάρχει ένα πρόγραμμα που δεν έχω ποτέ ελέγξει αλλά πάντα τηρείται.
Οι μέρες μου είναι σταθερές, όχι από συνήθεια αλλά επειδή έτσι λειτουργούν καλύτερα τα πράγματα. Ξυπνάω, ετοιμάζομαι χωρίς σκέψη, παίρνω τον ίδιο δρόμο και φτάνω στη δουλειά πριν ανοίξει. Δουλεύω σε ένα μικρό βιβλιοπωλείο στο κέντρο, ήσυχο, με ράφια που δεν αλλάζουν θέση και ανθρώπους που μπαίνουν πιο πολύ για να σταθούν λίγο παρά για να αγοράσουν κάτι.
Ο ιδιοκτήτης λέγεται Σπύρος και είναι από εκείνους τους ανθρώπους που μιλάνε λίγο αλλά αφήνουν πάντα την αίσθηση ότι ξέρουν περισσότερα απ’ όσα λένε. Μια μέρα μου είπε: «Πάλι ήρθες πριν από μένα.» Του απάντησα ότι είχα έρθει απλώς νωρίς. «Το μαγαζί ανοίγει στις δέκα», είπε χωρίς να δώσει σημασία. Κοίταξα το ρολόι μου. Ήταν 09:58. Δεν υπήρχε λόγος να το συνεχίσουμε.
Υπάρχει μια γυναίκα που έρχεται συχνά. Τη λένε Μαρία. Μπαίνει πάντα περίπου στις 11:17, με έναν ρυθμό που δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω. Παίρνει πάντα το ίδιο βιβλίο, το ακουμπά στο ταμείο και λέει: «Το έχω διαβάσει ήδη.» Μετά το ξαναπαίρνει.
Μια φορά τη ρώτησα γιατί το κάνει. Με κοίταξε σαν να ήταν η πιο φυσική ερώτηση στον κόσμο. «Γιατί αλλάζει κάθε φορά», είπε. Δεν ρώτησα τίποτα άλλο.
Από τότε άρχισα να παρατηρώ ότι το βιβλίο δεν είναι ποτέ ακριβώς το ίδιο αντίτυπο, σαν να έχει ξαναπεράσει από τα ίδια χέρια αλλά όχι από την ίδια στιγμή.
Τα βράδια γυρίζω σπίτι και συνήθως δεν κάνω πολλά. Φαγητό, τηλεόραση, ύπνος. Η τηλεόραση σχεδόν πάντα παίζει χωρίς ήχο. Δεν με ενοχλεί η σιωπή, αντίθετα τη βρίσκω πιο καθαρή από τις φωνές. Μερικές φορές όμως ο ήχος επιστρέφει μόνος του, σαν να υπάρχει μια ρύθμιση που δεν θυμάμαι να έχω αλλάξει.
Εκείνο το βράδυ είχε μια εκπομπή με δύο παρουσιαστές. «Δεν γίνεται να συνεχίσουμε έτσι», είπε ο ένας. «Δεν συνεχίζουμε έτσι. Έχουμε ήδη σταματήσει», απάντησε ο άλλος. Δεν έδωσα σημασία. Οι τηλεοράσεις συχνά παίζουν περίεργες φράσεις όταν δεν τις προσέχεις.
Την επόμενη μέρα ο Σπύρος δεν ήταν στη δουλειά. Στη θέση του υπήρχε ένας άλλος άντρας, ίδιο ύφος, ίδιο πουκάμισο, σαν να είχε απλώς αλλάξει άνθρωπος χωρίς να αλλάξει ο ρόλος.
«Ο Σπύρος;» ρώτησα.
«Ποιος Σπύρος;» είπε.
Χαμογέλασα αμήχανα.
Μπορεί να ήταν καινούργιος. Τα βιβλία ήταν όλα στη θέση τους, αλλά υπήρχε μια αίσθηση ότι κάποιος τα είχε ξαντοποθετήσει πρόσφατα, όχι λάθος, απλώς διαφορετικά.
Το απόγευμα ήρθε η Μαρία. Με κοίταξε λίγο περισσότερο από το συνηθισμένο και είπε:
«Δεν σε έχω ξαναδεί εδώ.»
Της απάντησα ότι δουλεύω εδώ καιρό. Χαμογέλασε σαν να το είχε ξανακούσει. «Πάντα το λες αυτό», είπε και πήρε το βιβλίο της.
Από εκείνη τη μέρα άρχισαν μικρές αποκλίσεις που δύσκολα περιγράφονται. Οι πελάτες μερικές φορές με αναγνώριζαν και μερικές όχι, σαν η μνήμη τους να μην κρατούσε σταθερή θέση.
Ο δρόμος προς το σπίτι είχε λεπτές αλλαγές, όχι αρκετές για να πεις ότι άλλαξε, αλλά αρκετές για να μην μπορείς να ορκιστείς ότι είναι ο ίδιος. Κάποια φανάρια εμφανίζονταν εκεί που δεν θυμόμουν να υπάρχουν, και κάποια άλλα έμεναν αναμμένα για περισσότερο από όσο περίμενα χωρίς προφανή λόγο.
Μια μέρα βρήκα ένα σημείωμα στο τραπέζι της κουζίνας.
Έγραφε:
«ΜΗΝ ΤΟ ΑΓΝΟΗΣΕΙΣ. ΣΗΜΕΙΩΝΕ ΤΑ.»
Το χαρτί ήταν απλό, σαν αυτά που χρησιμοποιώ κι εγώ για λίστες. Δεν θυμόμουν να το έχω γράψει, αλλά το κράτησα χωρίς δεύτερη σκέψη. Το έβαλα μαζί με άλλα χαρτιά που δεν είχαν ιδιαίτερη σημασία.
Άρχισα να σημειώνω πιο συστηματικά. Ώρες, γεγονότα, συναντήσεις. Στην αρχή όλα ταίριαζαν. Μετά άρχισαν μικρές ασυνέπειες. Ένα γεγονός που είχα γράψει το βράδυ δεν υπήρχε το επόμενο πρωί. Μια φράση άλλαζε διατύπωση. Μια ημερομηνία δεν συνέπιπτε. Δεν υπήρχε κάτι αρκετά σοβαρό για να το ονομάσω λάθος, αλλά αρκετό για να μην μπορώ να το εμπιστευτώ.
Ένα βράδυ η Μαρία δεν ήρθε στην συνηθισμένη ώρα. Ήρθε λίγο αργότερα και δεν πήρε το βιβλίο.
Κάθισε και είπε:
«Πόσο καιρό νομίζεις ότι είσαι εδώ;»
Της απάντησα χωρίς να το σκεφτώ:
«Αρκετό.» Έγνεψε αρνητικά. «Σήμερα είναι η πρώτη σου μέρα», είπε.
Χαμογέλασα. Δεν μου φάνηκε σωστό αλλά ούτε και λάθος.
Όταν γύρισα σπίτι, το σημείωμα είχε αλλάξει.
Τώρα έγραφε:
«ΑΝ ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ ΑΥΤΟ, ΣΥΝΕΧΙΖΕΙΣ.»
Κάτω από αυτό υπήρχε μια δεύτερη γραμμή που δεν θυμόμουν:
«ΜΗΝ ΣΤΑΜΑΤΑΣ ΝΑ ΓΡΑΦΕΙΣ.»
Την επόμενη μέρα στο βιβλιοπωλείο υπήρχε ένας άντρας που δεν είχα ξαναδεί. Με κοίταξε και είπε:
«Είσαι ο νέος γιατρός;»
Δεν απάντησα αμέσως.
Η λέξη δεν μου φάνηκε ξένη, αλλά ούτε και σωστή. Μου έδωσε έναν φάκελο με το όνομά μου. Τον κράτησα χωρίς να τον ανοίξω.
Περπάτησα στην πόλη που έμοιαζε ίδια αλλά δεν συμπεριφερόταν πάντα το ίδιο. Οι δρόμοι είχαν γνωστή δομή αλλά όχι σταθερή αίσθηση. Οι άνθρωποι με κοιτούσαν σαν να περίμεναν να θυμηθώ κάτι που εγώ δεν ήξερα ότι πρέπει να θυμηθώ. Κάποιοι χαμογελούσαν ελαφρά, όχι με αναγνώριση αλλά με υπομονή.
Όταν γύρισα σπίτι, το δωμάτιο είχε αλλάξει λεπτομέρειες που δεν μπορούσα να αγνοήσω αλλά ούτε να εξηγήσω. Το ράφι δεν υπήρχε πια. Στη θέση του υπήρχε ένας καθρέφτης. Και για πρώτη φορά παρατήρησα ότι ο καθρέφτης δεν αντανακλά πάντα ακριβώς την ίδια στιγμή με την κίνηση.
Άνοιξα τελικά τον φάκελο. Δεν θυμάμαι πότε. Ίσως τον είχα ήδη διαβάσει πριν. Οι σελίδες έγραφαν πράγματα που ένιωθα γνώριμα χωρίς να μπορώ να θυμηθώ πότε τα έμαθα. Υπήρχαν σημειώσεις, παρατηρήσεις, ημερομηνίες που έμοιαζαν σωστές αλλά όχι δικές μου. Ο γραφικός χαρακτήρας ήταν ο δικός μου, αυτό ήταν το μόνο σίγουρο.
Δεν υπήρχε μία σαφής εξήγηση, μόνο επαναλήψεις. Ίδιες φράσεις με μικρές διαφορές. Ίδιες περιγραφές με ελαφρώς διαφορετική σειρά. Σαν κάποιος να προσπαθούσε να καταγράψει την ίδια ζωή πολλές φορές, περιμένοντας μία από αυτές να σταθεροποιηθεί.
Η τελευταία σελίδα έγραφε απλά:
«Ο ασθενής παρουσιάζει επεισόδια αποδιοργάνωσης της πραγματικότητας και επαναλαμβανόμενες παραληρητικές κατασκευές σταθερού περιβάλλοντος.»
Και από κάτω:
«Δεν αναγνωρίζει τη συνθήκη του κατά τη διάρκεια των επεισοδίων.»
Έμεινα να κοιτάζω τη σελίδα χωρίς να νιώθω ότι κάτι τελειώνει. Περισσότερο σαν να είχε επιτέλους σταματήσει να αλλάζει η διατύπωση των ίδιων πραγμάτων.
Και τότε κατάλαβα ότι δεν υπήρχε μία εκδοχή της ιστορίας. Υπήρχαν πολλές, και όλες είχαν συμβεί με τον ίδιο τρόπο μέσα στο ίδιο μυαλό, μόνο που εγώ κάθε φορά τις θυμόμουν σαν να ήταν η πρώτη