Η Σκιά Κάτω από τον Πύργο

Η πόλη του Έλμπεργκ έμοιαζε σαν να είχε ξεχαστεί από τον χρόνο. Τα σπίτια της ήταν πέτρινα, οι δρόμοι στενοί και γεμάτοι ομίχλη, ενώ οι άνθρωποι περπατούσαν σκυφτοί, χωρίς ποτέ να κοιτάζουν τον ουρανό. Κανείς δεν γελούσε δυνατά εκεί. Κανείς δεν μιλούσε για το παρελθόν.

Στο κέντρο της πόλης υψωνόταν ένας τεράστιος πύργος με ένα μαύρο ρολόι. Οι δείκτες του κινούνταν ασταμάτητα, αλλά δεν ακουγόταν ποτέ χτύπος. Οι κάτοικοι πίστευαν πως όσο το ρολόι συνέχιζε να λειτουργεί, η πόλη θα επιβίωνε.

Κανείς όμως δεν πλησίαζε τον πύργο μετά τη δύση του ήλιου.

Υπήρχε ένας παλιός θρύλος που έλεγε πως κάτω από τον πύργο δεν υπήρχαν θεμέλια αλλά κάτι άλλο. Κάτι ζωντανό.

Ο Νικόλας δεν πίστευε σε ιστορίες. Ήταν εικοσιοκτώ χρονών και εργαζόταν στο νεκροταφείο της πόλης χαράζοντας ονόματα πάνω σε ταφόπλακες. Η δουλειά του τον είχε κάνει ψυχρό άνθρωπο. Έβλεπε τον θάνατο καθημερινά και πίστευε πως τίποτα πια δεν μπορούσε να τον τρομάξει.

Μέχρι τη νύχτα που άκουσε το ρολόι να χτυπά.

Ήταν λίγο μετά τις τρεις όταν ξύπνησε από έναν βαθύ μεταλλικό ήχο.

ΝΤΟΝΓΚ.

Ολόκληρο το σπίτι έτρεμε.

Ο Νικόλας σηκώθηκε απότομα. Από το παράθυρό του μπορούσε να δει τον πύργο μέσα στην ομίχλη. Οι δείκτες του ρολογιού είχαν σταματήσει.

Έδειχναν 3:33.

Την επόμενη μέρα η πόλη είχε αλλάξει.

Οι άνθρωποι έμοιαζαν ανήσυχοι. Μιλούσαν ψιθυριστά και απέφευγαν να κοιτάζονται μεταξύ τους. Ένας φούρναρης βρέθηκε νεκρός πίσω από το μαγαζί του χωρίς κανένα σημάδι πάνω του. Το μόνο παράξενο ήταν πως το πρόσωπό του είχε μείνει παγωμένο σε έκφραση τρόμου.

Το ίδιο βράδυ ακούστηκε ξανά ο χτύπος.

ΝΤΟΝΓΚ.

Και το επόμενο πρωί εξαφανίστηκε ένα παιδί.

Οι μέρες περνούσαν και κάθε νύχτα, ακριβώς στις 3:33, το ρολόι χτυπούσε μία φορά.

Κάθε φορά κάποιος πέθαινε ή χανόταν.

Η αστυνομία δεν έβρισκε τίποτα. Οι κάτοικοι άρχισαν να κλείνονται στα σπίτια τους πριν νυχτώσει. Τα παράθυρα σφραγίζονταν. Οι δρόμοι άδειαζαν.

Μόνο ο Νικόλας συνέχιζε να κυκλοφορεί.

Όχι επειδή ήταν γενναίος.

Αλλά επειδή ένιωθε πως κάτι τον τραβούσε προς τον πύργο.

Ένα βράδυ αποφάσισε να ανέβει.

Η σιδερένια πόρτα άνοιξε με έναν ανατριχιαστικό ήχο. Μέσα υπήρχε απόλυτο σκοτάδι. Ο αέρας μύριζε υγρασία και σκουριά.

Καθώς ανέβαινε τα σπειροειδή σκαλιά, άκουγε έναν ψίθυρο πίσω του.

Στην αρχή νόμιζε πως ήταν ο αέρας.

Μετά κατάλαβε πως άκουγε φωνές.

«Γύρνα πίσω…»

«Μην κοιτάξεις κάτω…»

«Δεν κοιμάται πια…»

Ο Νικόλας συνέχισε.

Στους τοίχους υπήρχαν χαραγμένα ονόματα. Εκατοντάδες ονόματα. Μερικά τόσο παλιά που είχαν σχεδόν σβήσει.

Ξαφνικά σταμάτησε.

Ανάμεσα στα ονόματα είδε το δικό του.

ΝΙΚΟΛΑΣ ΒΕΡΝΗΣ.

Το αίμα πάγωσε μέσα του.

Πριν προλάβει να αντιδράσει, ακούστηκε ο χτύπος του ρολογιού.

ΝΤΟΝΓΚ.

Τα φώτα του πύργου άναψαν απότομα.

Και τότε είδε πως δεν ήταν μόνος.

Στη γωνία της αίθουσας στεκόταν μια φιγούρα.

Ψηλή. Αδύνατη. Σχεδόν ανθρώπινη.

Το πρόσωπό της όμως ήταν καλυμμένο με σκοτάδι, σαν να μην υπήρχε τίποτα εκεί.

Ο Νικόλας έκανε πίσω.

«Ποιος είσαι;»

Η φιγούρα δεν κινήθηκε.

«Εσύ με φώναξες», είπε τελικά με φωνή που έμοιαζε να έρχεται από παντού.

Ο Νικόλας ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται.

«Δεν ξέρω τι είσαι.»

Η σκιά άρχισε να πλησιάζει αργά.

«Κανείς δεν ξέρει. Γι’ αυτό με φοβούνται.»

Ο αέρας βάρυνε. Οι τοίχοι έτριζαν.

Και τότε ο Νικόλας θυμήθηκε κάτι που είχε θάψει βαθιά μέσα του.

Πριν από δεκαπέντε χρόνια, όταν ήταν παιδί, είχε παίξει με τον μικρό του αδελφό κοντά στον πύργο. Είχαν βρει μια παλιά καταπακτή ανοιχτή κάτω από τα θεμέλια.

Ο αδελφός του είχε πέσει μέσα.

Και ο Νικόλας… είχε φύγει τρέχοντας.

Ποτέ δεν το είπε σε κανέναν.

Το παιδί δεν βρέθηκε ποτέ.
Η σκιά στάθηκε μπροστά του.

«Όλοι αφήνουν κάτι κάτω από τον πύργο», ψιθύρισε.

Ξαφνικά το πάτωμα άρχισε να τρίζει. Οι πέτρες υποχώρησαν και άνοιξε ένα τεράστιο κενό κάτω από τα πόδια του.

Ο Νικόλας κοίταξε μέσα.

Δεν υπήρχε πάτος.

Μόνο σκοτάδι.

Και μέσα στο σκοτάδι… πρόσωπα.

Εκατοντάδες πρόσωπα που κινούνταν αργά σαν να προσπαθούσαν να βγουν.

Ο αδελφός του ήταν ανάμεσά τους.

«Νικόλα…»

Η φωνή του ακούστηκε καθαρά.

Ο Νικόλας γονάτισε τρέμοντας.

«Συγχώρεσέ με…»

Το πρόσωπο του παιδιού χαμογέλασε.

Όχι με καλοσύνη.

Αλλά σαν να περίμενε χρόνια αυτή τη στιγμή.

Η σκιά ακούμπησε τον ώμο του.

«Ο χρόνος πάντα επιστρέφει όσα του παίρνουν.»

Το ρολόι χτύπησε ξανά.

ΝΤΟΝΓΚ.

Τα χέρια ξεπρόβαλαν από το σκοτάδι και άρπαξαν τον Νικόλα.

Εκείνος ούρλιαξε, αλλά κανείς δεν μπορούσε να τον ακούσει.

Το τελευταίο πράγμα που είδε ήταν τη σκιά να στέκεται ακίνητη δίπλα στο ρολόι.

Ύστερα το κενό τον κατάπιε.

Το επόμενο πρωί η πόλη ξύπνησε μέσα σε παράξενη ησυχία.

Ο Νικόλας είχε εξαφανιστεί.

Κανείς δεν μίλησε γι’ αυτό.

Μόνο ο γέρος νεκροθάφτης, όταν πέρασε έξω από τον πύργο, παρατήρησε κάτι και σταμάτησε.

Ανάμεσα στα χαραγμένα ονόματα είχε εμφανιστεί ένα καινούριο.
Κάτω ακριβώς από των άλλων.

ΝΙΚΟΛΑΣ ΒΕΡΝΗΣ.

Και δίπλα του υπήρχε πλέον ακόμη ένα όνομα.

Ένα όνομα που δεν υπήρχε την προηγούμενη μέρα.

Το δικό του.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή