Απόψε
η νύχτα έχει τη μυρωδιά
ενός παλιού σπιτιού.
Κάπου ανάμεσα στους τοίχους
έχει μείνει η ανάσα σου.
Δεν ξέρω πού.
Μα την ακούω.
Σαν κάτι που δεν πέθανε ποτέ
κι όμως δεν μπορεί να επιστρέψει.
Έξω βρέχει.
Και κάθε σταγόνα
χτυπά στο τζάμι
σαν δάχτυλο νεκρού
που θυμήθηκε τον δρόμο.
Ανοίγω.
Κανείς.
Μόνο ο αέρας
μπαίνει μέσα
και ανακατεύει τις κουρτίνες
σαν χέρια που ψάχνουν
ένα σώμα χαμένο.
Κι εγώ θυμάμαι.
Όχι πρόσωπα.
Στιγμές.
Εκείνο το φως
που έπεφτε στα μαλλιά σου
ένα απόγευμα του Αυγούστου.
Τη σκόνη στον δρόμο.
Το άρωμα της βροχής
πάνω στην πέτρα.
Ένα γέλιο
που τώρα υπάρχει
μόνο μέσα στη σιωπή μου.
Πόσο λίγο χρειάζεται
για να επιστρέψει μια ζωή.
Ένα τραγούδι.
Μια μυρωδιά.
Ένα παράθυρο μισάνοιχτο.
Και ξαφνικά
όσα έθαψες
σηκώνονται μέσα σου
με χώμα ακόμη στα μάτια.
Δεν γυρίζουν οι άνθρωποι.
Γυρίζουν οι σκιές τους.
Και οι σκιές
είναι πιο επίμονες
από τους νεκρούς.
Σε βρίσκω
σε μέρη όπου δεν υπάρχεις.
Στο άδειο κάθισμα
ενός λεωφορείου.
Στο δεύτερο ποτήρι
που δεν γέμισα.
Στην πλευρά του κρεβατιού
που έμεινε ανέγγιχτη
τόσα χρόνια.
Σε βρίσκω
εκεί όπου δεν σε ψάχνω.
Κι αυτό είναι το παράξενο:
πως ό,τι χάθηκε
δεν φεύγει.
Αλλάζει μορφή.
Γίνεται άνεμος.
Γίνεται τραγούδι.
Γίνεται σκιά στον τοίχο.
Γίνεται ένας ξαφνικός πόνος
χωρίς όνομα
κάτω από τα πλευρά.
Γίνεται εσύ
χωρίς να είσαι εσύ.
Κι εγώ
χωρίς να είμαι πια εγώ.
Γιατί ποιος μένει ίδιος
όταν έχει αγαπήσει
κάτι που ο χρόνος
του πήρε από τα χέρια;
Έχω μέσα μου
ένα νεκρό καλοκαίρι.
Ακόμη ανθίζει.
Ακόμη μυρίζει γιασεμί.
Ακόμη έχει φως.
Μόνο που κανείς
δεν ζει πια εκεί.
Μερικές φορές
θέλω να γυρίσω πίσω.
Όχι για να αλλάξω τίποτα.
Μόνο για να σταθώ
για ένα λεπτό
στην πόρτα εκείνης της ζωής
και να κοιτάξω
τον άνθρωπο που ήμουν
πριν μάθει
πως όλα τελειώνουν.
Να του πω:
κράτησέ τα.
Μη βιάζεσαι.
Κοίτα λίγο περισσότερο.
Αυτό το χέρι
που κρατάς
θα σου λείψει.
Αυτό το φως
θα σβήσει.
Αυτή η φωνή
θα γίνει κάποτε
ανάμνηση.
Μα δεν μπορώ.
Ο χρόνος δεν έχει πίσω πόρτα.
Μόνο δρόμους
που απομακρύνονται.
Κι έτσι προχωρώ.
Με τις τσέπες γεμάτες
από πράγματα
που δεν μπορώ να δείξω σε κανέναν.
Ένα βλέμμα.
Μια μυρωδιά.
Μια Κυριακή.
Ένα «θα τα πούμε».
Ένα «για πάντα»
που δεν άντεξε
ούτε όσο μια εποχή.
Τα κρατώ.
Όχι από ελπίδα.
Από φόβο.
Φοβάμαι πως αν τα αφήσω
θα χαθούν για δεύτερη φορά.
Κι αυτή τη φορά
δεν θα υπάρχει κανείς
να θυμάται πως υπήρξαν.
Γι’ αυτό τα κουβαλώ.
Σαν μικρά οστά
στις παλάμες μου.
Σαν απομεινάρια
μιας φωτιάς
που κάποτε νόμιζα
πως θα κρατούσε για πάντα.
Και κάθε βράδυ
τα ακουμπώ δίπλα μου.
Να κοιμηθούν.
Να μην κρυώσουν.
Να μην ξεχάσουν
πως κάποτε
υπήρξαν ζεστά.
Ύστερα κλείνω τα μάτια.
Και για μια στιγμή
ο χρόνος υποχωρεί.
Το δωμάτιο γεμίζει φως.
Οι πόρτες ανοίγουν.
Οι νεκροί χαμογελούν.
Τα χαμένα χέρια
επιστρέφουν στις παλάμες μου.
Κι όλα είναι πάλι εδώ.
Για μια στιγμή.
Μόνο για μια στιγμή.
Ύστερα ξημερώνει.
Και το φως
τα παίρνει όλα πίσω.
Μένω μόνη.
Με το άδειο δωμάτιο.
Με τα ανοιχτά παράθυρα.
Με εκείνη τη σιωπή
που ξέρει ακριβώς
ποιο όνομα να προφέρει.
Και τότε καταλαβαίνω:
δεν μου λείπει το παρελθόν.
Μου λείπει
ο τρόπος που υπήρχε ο κόσμος
όταν ακόμη
δεν ήξερα
πως θα μου λείψει.