Ακόμα σε περιμένω.
Σαν να μην πέρασε ποτέ εκείνη η τελευταία νύχτα
που έφυγες από μέσα μου
χωρίς καν να έχεις υπάρξει πραγματικά.
Ακόμα σε περιμένω
στην ίδια θέση που άφησε η απουσία σου,
εκεί όπου ο χρόνος σταμάτησε
να είναι χρόνος
και έγινε ένα ατελείωτο, βουβό δωμάτιο
χωρίς παράθυρα.
Έχουν περάσει μέρες.
Νύχτες.
Εποχές ολόκληρες.
Κι εγώ είμαι ακόμη εδώ.
Σαν κάτι ξεχασμένο
ανάμεσα σε δύο ζωές,
σαν ένα γράμμα που δεν στάλθηκε ποτέ
και κιτρίνισε μέσα σε ένα συρτάρι
περιμένοντας έναν παραλήπτη
που ίσως δεν υπήρξε ποτέ.
Ακόμα σε περιμένω.
Και δεν ξέρω πια
αν περιμένω να έρθεις
ή αν περιμένω απλώς
να τελειώσει η αναμονή.
Γιατί κάποια στιγμή
η προσμονή παύει να είναι ελπίδα.
Γίνεται συνήθεια.
Γίνεται σκιά.
Γίνεται ο τρόπος με τον οποίο
μαθαίνει κανείς να υπάρχει
χωρίς να ζει.
Ξυπνάω και σε περιμένω.
Κοιμάμαι και σε περιμένω.
Κι ανάμεσα στα δύο
υπάρχει μια ολόκληρη μέρα
που δεν τη θυμάμαι.
Οι ώρες περνούν από πάνω μου
σαν άγνωστοι άνθρωποι
που δεν μπήκαν ποτέ στον κόπο
να μάθουν το όνομά μου.
Κι εγώ κοιτάζω την πόρτα.
Πάντα την πόρτα.
Σαν να μπορεί μια ξαφνική κίνηση του χεριού σου
να επιστρέψει πίσω όλα όσα χάθηκαν.
Σαν να μπορείς να μπεις
και μαζί σου να μπουν
όλα τα χρόνια που έζησα
κρατώντας χώρο για σένα.
Μα η πόρτα μένει κλειστή.
Κι η σιωπή
έχει αρχίσει να μεγαλώνει μέσα στο σπίτι.
Έχει γεμίσει τις γωνίες.
Έχει καθίσει στις καρέκλες.
Έχει κοιμηθεί στο κρεβάτι μου.
Έχει μάθει τη φωνή μου.
Μερικές φορές
νομίζω πως η σιωπή σου
είναι το μόνο πράγμα
που μου έχει απομείνει από σένα.
Κι όμως,
την κρατάω.
Όπως κρατά κανείς
ένα τελευταίο κομμάτι στάχτης
από μια φωτιά
που κάποτε πίστεψε πως θα τον ζέσταινε.
Ακόμα σε περιμένω.
Και όσο σε περιμένω
ο κόσμος συνεχίζει.
Τα δέντρα ανθίζουν
χωρίς να ξέρουν πως κάποιος λείπει.
Οι άνθρωποι ερωτεύονται
στους δρόμους.
Τα φώτα ανάβουν τα βράδια.
Τα πλοία φεύγουν.
Τα αεροπλάνα διασχίζουν τον ουρανό.
Κι εγώ παραμένω ακίνητη,
σαν να ξέχασε ο χρόνος
να με πάρει μαζί του.
Υπάρχει κάτι τρομερό
στο να συνεχίζει η ζωή
ενώ μέσα σου έχει σταματήσει.
Να βλέπεις τον ήλιο
και να μην σε ζεσταίνει.
Να ακούς μουσική
και να μην σε αγγίζει.
Να γελάς κάποτε
και μετά να αναρωτιέσαι
ποια ήταν εκείνη
που γέλασε.
Έτσι είναι η απουσία σου.
Δεν μοιάζει με θάνατο.
Ο θάνατος έχει τέλος.
Εσύ είσαι ένα «ίσως».
Κι ένα «ίσως»
μπορεί να κρατήσει έναν άνθρωπο
αιχμάλωτο για πάντα.
Ακόμα σε περιμένω.
Και κάθε φορά που χτυπά το τηλέφωνο
ένα μικρό, γελοίο κομμάτι μου
σηκώνεται από τον τάφο του.
Για μια στιγμή
πιστεύει.
Για μια στιγμή
ανασαίνει.
Και ύστερα πάλι τίποτα.
Μόνο η οθόνη που σκοτεινιάζει
και το δωμάτιο που γίνεται
λίγο πιο μεγάλο.
Λίγο πιο άδειο.
Λίγο πιο δικό μου.
Έχω αρχίσει να φοβάμαι
πως κάποτε θα έρθεις.
Όχι γιατί δεν σε θέλω.
Αλλά γιατί δεν ξέρω
τι θα έχει απομείνει από μένα
μέχρι τότε.
Πόσα κομμάτια μου
θα έχουν σαπίσει μέσα στην αναμονή;
Πόσα όνειρα
θα έχω θάψει;
Πόσες φορές
θα έχω πει στον εαυτό μου
«αύριο»
μέχρι να πάψει η λέξη
να σημαίνει οτιδήποτε;
Γιατί το αύριο
είναι ένα επικίνδυνο μέρος
για όποιον περιμένει.
Εκεί κατοικούν όλα όσα δεν έγιναν.
Όλα όσα θα μπορούσαν.
Όλα όσα δεν τόλμησαν ποτέ
να πάρουν μορφή.
Κι εγώ κατοικώ εκεί.
Στο αύριο.
Στο «κάποτε».
Στο «ίσως».
Στο λεπτό πριν από την άφιξή σου.
Μόνο που αυτό το λεπτό
κρατάει χρόνια.
Ακόμα σε περιμένω.
Και κάποια βράδια
όταν η πόλη σωπαίνει
και τα παράθυρα απέναντι
σβήνουν ένα ένα,
μιλάω μαζί σου.
Σου λέω όλα όσα δεν σου είπα.
Σου λέω πως κουράστηκα.
Πως φοβήθηκα.
Πως σε αγάπησα περισσότερο
απ’ όσο άντεχε η καρδιά μου.
Σου λέω πως κάποτε
ήθελα μόνο να έρθεις.
Τώρα θέλω μόνο
να ξέρω πως δεν περίμενα μάταια.
Και ύστερα γελάω πικρά.
Γιατί ποιος μπορεί να μου το αποδείξει;
Ποιος επιστρέφει
για να δικαιώσει τα χρόνια
που χάθηκαν περιμένοντάς τον;
Κανείς.
Κι έτσι η νύχτα
μαζεύει πάλι τα πράγματά της
και φεύγει αργά από το δωμάτιο.
Το πρωί βρίσκει εμένα
στο ίδιο σημείο.
Με τα μάτια βαριά.
Με την καρδιά άδεια.
Με εκείνη την παράλογη ελπίδα
ακόμη ζωντανή.
Ακόμα σε περιμένω.
Ίσως αυτό να είναι το πιο θλιβερό:
πως μέσα σε όλο αυτό το σκοτάδι
κάτι μέσα μου αρνείται να πεθάνει.
Μια μικρή, τυφλή προσμονή
που δεν ακούει τη λογική.
Που δεν με ακούει.
Που κάθε βράδυ
ανάβει ένα κερί
στο παράθυρο
για κάποιον που μπορεί
να μην βρει ποτέ τον δρόμο.
Κι εγώ την αφήνω.
Γιατί ίσως, τελικά,
δεν περιμένω εσένα.
Ίσως περιμένω
εκείνη τη στιγμή
που κάτι θα έρθει
και θα μου θυμίσει
πως η καρδιά μου
δεν γεννήθηκε μόνο
για να αντέχει.
Ίσως περιμένω
να επιστρέψει σε μένα
εκείνο το κομμάτι μου
που έφυγε μαζί σου.
Κι αν δεν έρθεις ποτέ,
θα μείνει η πόρτα.
Θα μείνει το φως.
Θα μείνει η σιωπή
να μεγαλώνει στους τοίχους.
Και θα μείνω κι εγώ,
λίγο λιγότερη κάθε χρόνο,
να κοιτάζω τον δρόμο
μέχρι να ξεχάσω
τι ακριβώς περίμενα.
Ακόμα σε περιμένω.
Κι ίσως κάποτε
να πάψει να υπάρχεις.
Όχι επειδή θα σε ξεχάσω,
αλλά επειδή θα έχω γίνει
τόσο βαθιά η απουσία σου
που δεν θα χρειάζεται πια
να σε περιμένω.
Θα είσαι παντού.
Στο κενό.
Στη σιωπή.
Στις νύχτες.
Στον τρόπο που κοιτάζω
τους ανθρώπους να φεύγουν.
Και τότε, ίσως,
θα καταλάβω πως μερικοί άνθρωποι
δεν έρχονται ποτέ στη ζωή μας
για να μείνουν.
Έρχονται μόνο
για να αφήσουν πίσω τους
μια πόρτα ανοιχτή
σε ένα δωμάτιο
που δεν κατοίκησε κανείς.
Κι εγώ,
τόσα χρόνια μετά,
θα στέκομαι ακόμη εκεί.
Ακόμα σε περιμένω.