Τη νύχτα
το δωμάτιο αλλάζει δέρμα.
Οι τοίχοι ιδρώνουν σκιές,
το ταβάνι χαμηλώνει αργά
σαν ουρανός έτοιμος να συντρίψει πόλη,
και οι κουρτίνες ανεμίζουν
χωρίς αέρα,
λες και περνούν ανάμεσά τους
αόρατοι νεκροί.
Εγώ κάθομαι στο πάτωμα
με τα γόνατα διπλωμένα στο στήθος
σαν γράμμα που δεν στάλθηκε ποτέ.
Υπάρχουν άνθρωποι
που μεγαλώνουν μέσα σε σπίτια.
Εγώ μεγάλωσα μέσα σε καθρέφτες.
Κάθε πρωί
ένας καινούριος δικαστής από γυαλί
περίμενε να με καταδικάσει.
Κι εγώ στεκόμουν απέναντί του
γυμνή από έλεος,
ενώ το σώμα μου κρεμόταν πάνω μου
σαν βρεγμένο φόρεμα από πέτρες.
Έμαθα νωρίς
πως η πείνα δεν είναι πάντα έλλειψη.
Καμιά φορά
είναι προσευχή.
Μια τελετουργία αργού αφανισμού,
ένας τρόπος να μικραίνεις
μέχρι να πάψεις να ενοχλείς τον κόσμο
με την ύπαρξή σου.
Κι έτσι άρχισα να εξαφανίζομαι.
Όχι απότομα
οι πραγματικές καταστροφές
συμβαίνουν αθόρυβα.
Όπως σαπίζει ένα ξύλινο πάτωμα κάτω από χαλί.
Όπως πεθαίνει ένα λουλούδι τον χειμώνα
χωρίς να ακουστεί ούτε ένας ήχος.
Όπως εγκαταλείπει ένας άνθρωπος
σιγά-σιγά τον εαυτό του.
Το σώμα μου έγινε εκκλησία ερειπωμένη.
Τα κόκαλα υψώθηκαν μέσα στο δέρμα
σαν παλιά κεριά που έλιωσαν από θρήνο.
Οι φλέβες άνοιγαν μπλε δρόμους
κάτω από τη σάρκα,
κι η καρδιά χτυπούσε κουρασμένα,
σαν καμπάνα ξεχασμένου μοναστηριού
σε βουνό που δεν επισκέπτεται κανείς.
Κι όμως,
τα τέρατα δεν χορταίνουν ποτέ.
Κάθονται γύρω απ’ το κρεβάτι μου
με πρόσωπα φτιαγμένα από τις φωνές των άλλων.
«Δεν είσαι αρκετή.»
«Μίκρυνε κι άλλο.»
«Λιώσε.»
«Γίνε λιγότερο.»
Κάθε λέξη
ένα καρφί.
Κάθε σιωπή
ένα μνήμα.
Μερικές φορές
ακουμπώ τα χέρια μου πάνω στην κοιλιά μου
και νιώθω μέσα μου
ένα άδειο σπίτι να ηχεί.
Σαν κάποιος να έφυγε βιαστικά
παίρνοντας μαζί του
όλα τα έπιπλα,
όλα τα φώτα,
όλη τη ζωή.
Κι απέμεινα εγώ,
να κατοικώ στα ερείπια.
Οι άνθρωποι έξω συνεχίζουν.
Φιλούν στόματα σε στάσεις λεωφορείων.
Γελούν κάτω από φώτα μπαρ.
Αγοράζουν ψωμί τα πρωινά
και λουλούδια τα απογεύματα.
Κι εγώ τους κοιτάζω από το παράθυρο
σαν φάντασμα που ξέχασε
πώς ήταν κάποτε να ανήκεις στους ζωντανούς.
Δεν θυμάμαι πότε άρχισε η πτώση.
Ίσως τότε που κάποιος μέτρησε την αξία μου
με μάτια ψυχρά σαν χειρουργικά εργαλεία.
Ίσως τότε που έμαθα να απολογούμαι
για τον χώρο που πιάνει το σώμα μου μέσα στον κόσμο.
Ίσως τότε που η θλίψη
βρήκε ανοιχτή την πόρτα
και μπήκε μέσα
κρατώντας βαλίτσες.
Τώρα κοιμάται δίπλα μου κάθε βράδυ.
Ανασαίνει στον λαιμό μου.
Με φιλά στο μέτωπο
σαν μητέρα που νανουρίζει άρρωστο παιδί.
Κι εγώ την αφήνω.
Γιατί ύστερα από τόσα χρόνια
ο πόνος αποκτά οικειότητα.
Γίνεται έπιπλο.
Γίνεται θρησκεία.
Γίνεται η μόνη φωνή
που σε γνωρίζει πραγματικά.
Κάποτε πίστευα
πως ο άνθρωπος πεθαίνει μία φορά.
Τώρα ξέρω:
Πεθαίνει λίγο κάθε μέρα.
Σε κάθε καθρέφτη που αποφεύγει.
Σε κάθε γεύμα που γίνεται ενοχή.
Σε κάθε νύχτα που ξαγρυπνά
μετρώντας τις ατέλειές του
αντί για αστέρια.
Και στο τέλος
δεν μένει σώμα.
Μένει μόνο μια σκιά
που έμαθε να περπατά μόνη της.
Μια σκιά
που ανοίγει τα μάτια κάθε πρωί
όχι επειδή θέλει να ζήσει,
αλλά επειδή ακόμη δεν κατάφερε
να εξαφανιστεί εντελώς.