Αχ, θάλασσα…
εσύ που δεν ρωτάς
τι κουβαλάω
όταν γυμνή μπαίνω μέσα σου.
Δεν σε νοιάζει
πόσες πληγές έχω κρύψει,
πόσες νύχτες κατάπια αμίλητη,
πόσες φορές χρειάστηκε
να γίνω πέτρα
για να μη διαλυθώ.
Με παίρνεις όπως είμαι.
Και αυτό
είναι η πιο μεγάλη σου αγάπη.
Δεν μου ζητάς τίποτα.
Μόνο να μπω.
Να αφήσω το σώμα μου
να γίνει λίγο πιο ελαφρύ
μέσα στην απεραντοσύνη σου.
Κι ύστερα με κρατάς.
Σαν να ήξερες πάντα
πως κάποτε θα έρθω
κουρασμένη
από όσα δεν μπόρεσα να πω.
Αχ, θάλασσα…
πόσα έχω αφήσει μέσα σου.
Δάκρυα
που κανείς δεν είδε.
Σκέψεις
που δεν άντεχαν να γίνουν λέξεις.
Ονόματα.
Φόβους.
Χρόνια.
Μικρούς θανάτους
που τους βάφτισα «ξεχνάω».
Τα πήρες όλα.
Τα ανακάτεψες
με το αλάτι σου
και τα επέστρεψες
σε αφρό.
Κι εγώ στάθηκα στην ακτή
και για λίγο
δεν αναγνώριζα
εκείνη που είχε μπει μέσα σου.
Ήταν πιο ήσυχη.
Πιο γυμνή.
Πιο αληθινή.
Σαν να της είχες αφαιρέσει
όλα τα περιττά
και να της άφησες μόνο
την καρδιά.
Αχ, θάλασσα…
εσύ ξέρεις.
Ξέρεις πως υπάρχουν άνθρωποι
που δεν θεραπεύονται
με λόγια.
Που χρειάζονται ορίζοντα.
Χρειάζονται αλάτι
πάνω στο δέρμα.
Χρειάζονται να βυθίσουν το κεφάλι τους
και για λίγα δευτερόλεπτα
να μην ακούν τίποτα
από τον κόσμο.
Μόνο εσένα.
Το αργό σου σώμα.
Την ανάσα σου.
Εκείνο το ατέλειωτο
«έλα»
που ψιθυρίζεις
με κάθε κύμα.
Κι εγώ έρχομαι.
Πάντα έρχομαι.
Γιατί εκεί μέσα
δεν χρειάζεται να είμαι δυνατή.
Δεν χρειάζεται να προσποιούμαι.
Δεν χρειάζεται να εξηγώ
γιατί πονάω.
Το νερό καταλαβαίνει
πριν προλάβει η ψυχή
να μιλήσει.
Με τυλίγεις
και για μια στιγμή
ο κόσμος παύει να έχει βάρος.
Το σώμα μου επιπλέει.
Οι σκέψεις βουλιάζουν.
Και ανάμεσα στα δύο
γεννιέται μια μικρή ειρήνη.
Τόσο μικρή
που φοβάμαι να την αναπνεύσω
μην και φύγει.
Αχ, θάλασσα…
η μεγάλη μου αγάπη.
Εσύ που δεν έμαθες ποτέ
να κρατάς τίποτα.
Κι όμως
μου έμαθες να αφήνω.
Μου έμαθες
πως δεν χρειάζεται
κάθε πόνος να γίνει μνήμη.
Πως κάποια πράγματα
μπορούν απλώς
να παρασυρθούν.
Να διαλυθούν.
Να χαθούν
σε βάθος που κανείς
δεν μπορεί να μετρήσει.
Κι ίσως αυτό να είναι
το θαύμα σου:
πως παίρνεις
ό,τι δεν αντέχω άλλο
χωρίς να ζητάς
να μάθεις την ιστορία του.
Μόνο το παίρνεις.
Και το κάνεις κύμα.
Και το κύμα
φεύγει.
Κι έρχεται άλλο.
Κι άλλο.
Κι άλλο.
Σαν να μου ψιθυρίζεις:
τίποτα δεν μένει ίδιο.
Ούτε ο πόνος.
Ούτε εσύ.
Αχ, θάλασσα…
αν μπορούσα
θα έμενα για πάντα
εκεί που τελειώνει η στεριά
και αρχίζει το άγνωστο.
Εκεί που ο ουρανός
πέφτει μέσα σου
και κανείς δεν ξέρει
πού τελειώνει το ένα
και πού αρχίζει το άλλο.
Θα έμενα
εκεί όπου το σώμα μου
δεν έχει βάρος
και η ψυχή μου
δεν έχει όνομα.
Θα έμενα
μέχρι να ξεχάσω
όλα όσα με έμαθαν
να φοβάμαι.
Κι όταν θα έβγαινα,
θα ήμουν πάλι εγώ.
Μόνο λίγο πιο καθαρή.
Λίγο πιο ήσυχη.
Λίγο πιο δική μου.
Γι’ αυτό σε αγαπώ.
Όχι επειδή είσαι όμορφη.
Αλλά επειδή μπροστά σου
δεν χρειάζεται να είμαι τίποτα.
Μπορώ απλώς
να υπάρχω.
Και εσύ
με χωράς.
Ολόκληρη.
Με τα σκοτάδια μου,
με τα φώτα μου,
με όσα έχασα,
με όσα ακόμη λαχταρώ.
Με παίρνεις μέσα σου
και δεν με ρωτάς
αν αξίζω να σωθώ.
Με κρατάς.
Κι αυτό μου αρκεί.
Αχ, θάλασσα…
αν κάποτε με ψάξεις
και δεν με βρεις,
μη φοβηθείς.
Ίσως να έχω γίνει
λίγο κύμα.
Ίσως να έχω μείνει
κάπου μέσα σου.
Γιατί τόσα χρόνια
κάθε φορά που ερχόμουν σε σένα
άφηνα από πάνω μου
κι ένα μικρό κομμάτι.
Και τώρα το ξέρω:
δεν ερχόμουν στη θάλασσα
για να κολυμπήσω.
Ερχόμουν
για να επιστρέψω.
Σε σένα.
Στον εαυτό μου.
Στην πρώτη μου ανάσα.
Αχ, θάλασσα…
η μεγάλη μου αγάπη.
Εσύ που δεν με έσωσες ποτέ
με τον τρόπο που σώζουν οι άνθρωποι.
Με έσωζες αλλιώς.