Το Μυστικό

Αργά τη νύχτα
οι τοίχοι αποκτούν μνήμη.

Κρατούν επάνω τους
όσα δεν άντεξαν τα σώματα
και όσα δεν μπόρεσαν
να ειπωθούν τα στόματα.

Στο βάθος ενός καθρέφτη
στέκει μια μορφή
που έχει ξεχάσει
πότε άρχισε να μικραίνει.

Τα μάτια της
δύο κλειστές πόρτες.

Πίσω τους
χιλιάδες νύχτες
χωρίς ημερομηνία.

Λευκή σκόνη πάνω στο τραπέζι.

Μια ανάσα
κομμένη στα δύο.

Το ρολόι
ξεχνά να προχωρήσει.

Κάποιοι άνθρωποι
έχουν μέσα τους
ολόκληρους χειμώνες
και κανείς δεν το ξέρει.

Τους κοιτάζουν το πρωί
και βλέπουν πρόσωπα.

Δεν βλέπουν
τα υπόγεια.

Δεν βλέπουν
τα δωμάτια όπου η ψυχή
γδύνεται από το όνομά της
και ξαπλώνει
δίπλα στη λήθη.

Εκεί
η σιωπή έχει βάρος.

Κρέμεται απ’ το ταβάνι
σαν παλιό σκοινί.

Στις γωνίες
μαζεύονται οι ώρες.

Μαύρες.

Ακίνητες.

Και πάνω τους
σαπίζει αργά
ό,τι κάποτε ονομάστηκε
αύριο.

Δεν υπάρχει λύτρωση εκεί.

Μόνο η ανάγκη
να χαμηλώσει λίγο ο κόσμος.

Να σβήσουν οι φωνές.

Να παγώσει η μνήμη
πριν προλάβει να θυμηθεί
τι ακριβώς πρέπει να πονέσει.

Για λίγο
η καρδιά γίνεται ξένη.

Το σώμα
ένα άδειο δωμάτιο.

Η ζωή
κάτι μακρινό
που συμβαίνει στους άλλους.

Κι ύστερα έρχεται το πρωί.

Ανελέητο.

Μπαίνει από τις χαραμάδες
χωρίς να ζητήσει άδεια
και φωτίζει τα πάντα.

Το τραπέζι.

Το ποτήρι.

Τα μάτια.

Την κούραση.

Και κυρίως
εκείνο το αόρατο σημάδι
που δεν ξεπλένεται
όσο κι αν περάσουν χρόνια.

Οι μέρες συνεχίζουν
να φορούν τα πρόσωπά τους.

Τα λεωφορεία περνούν.

Τα καταστήματα ανοίγουν.

Οι άνθρωποι γελούν
με τα χέρια στις τσέπες.

Κι ανάμεσά τους
περπατά ένα μυστικό
που έχει μάθει να μη μιλά.

Δεν ζητά να το αγαπήσουν.

Δεν ζητά να το συγχωρήσουν.

Μόνο να μην το κοιτάξουν
πολύ βαθιά στα μάτια.

Γιατί εκεί
φαίνονται όλα.

Οι νύχτες που χάθηκαν.

Τα πρωινά που δεν θυμούνται.

Η πείνα για λήθη.

Η αργή διάλυση
ενός ανθρώπου
μέσα σε κάτι
που έμοιαζε με καταφύγιο
μέχρι που έγινε φυλακή.

Και κάπου,
στο πιο σκοτεινό σημείο της μνήμης,

ένα ρολόι εξακολουθεί
να δείχνει την ίδια ώρα.

Εκείνη που δεν πέρασε ποτέ.

Εκείνη που έμεινε καρφωμένη
σαν σκουριασμένο καρφί
μέσα στη νύχτα.

Κανένα χέρι
δεν το γυρίζει.

Κανένα φως
δεν φτάνει μέχρι εκεί.

Μόνο η σκόνη πέφτει.

Αργά.

Πάνω στα χρόνια.

Πάνω στα πρόσωπα.

Πάνω σε όσα δεν ειπώθηκαν.

Και το μυστικό μένει.

Όχι θαμμένο.

Όχι ξεχασμένο.

Ζωντανό.

Σαν μαύρο νερό
στον πάτο ενός πηγαδιού.

Κανείς δεν σκύβει πια
να δει πόσο βαθιά είναι.

Γιατί ξέρει.

Κάποια πηγάδια
δεν έχουν πάτο.

Και κάποιες νύχτες
δεν ξημερώνουν ποτέ.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή