Ίσως ήταν απόγευμα.
Ίσως βράδυ.
Ίσως μια από εκείνες τις μέρες
που η ψυχή κουράζεται τόσο
που σταματά να προσέχει.
Θυμάμαι μόνο έναν σταθμό γεμάτο κόσμο.
Βήματα βιαστικά.
Ανακοινώσεις που έσπαγαν στον αέρα.
Βαλίτσες που σέρνονταν πάνω στο τσιμέντο
σαν μικρές προσωπικές ζωές
που κάποιος κουβαλούσε αλλού.
Όλοι ήξεραν πού πήγαιναν.
Ή έτσι έμοιαζε.
Κι εγώ στεκόμουν εκεί
με ένα εισιτήριο στο χέρι
που δεν θυμάμαι αν διάβασα ποτέ σωστά.
Και τότε ήρθε το τρένο.
Όχι εντυπωσιακά.
Όχι σαν κάτι που θα πρόσεχες.
Μπήκε αργά στον σταθμό
με έναν βαρύ μεταλλικό ήχο.
Οι πόρτες άνοιξαν.
Κανείς δεν με σταμάτησε.
Κανείς δεν είπε τίποτα.
Απλώς μπήκα.
Ένα βήμα μόνο χρειάστηκε
για να αλλάξει όλη η διαδρομή.
Στην αρχή όλα έμοιαζαν φυσιολογικά.
Βρήκα μια θέση δίπλα στο παράθυρο.
Το κάθισμα κρύο.
Το τζάμι θολό.
Ο αέρας βαρύς.
Τακ.
Τακ.
Τακ.
Οι ράγες μιλούσαν ασταμάτητα.
Έξω υπήρχε ακόμα ζωή.
Φώτα από σπίτια.
Δρόμοι.
Άνθρωποι.
Μετά όλα άρχισαν να χάνονται.
Πρώτα χάθηκαν τα χρώματα.
Μετά οι δρόμοι.
Μετά τα φώτα.
Κι ύστερα έμεινε μόνο σκοτάδι.
Τότε μπήκε η μοναξιά.
Δεν άνοιξε πόρτα.
Δεν ακούστηκε βήμα.
Απλώς εμφανίστηκε.
Κάθισε δίπλα μου αργά,
με κινήσεις ήσυχες, σχεδόν γνώριμες.
Φορούσε γκρίζο παλτό,
μύριζε κρύο βράδυ και βροχή σε άδειους δρόμους.
Τα χέρια της ήταν παγωμένα.
Όχι σκληρά.
Απλώς άδεια.
Ακούμπησε δίπλα μου
χωρίς να με κοιτάξει.
Σαν να ήξερε ήδη τα πάντα.
Τακ.
Τακ.
Τακ.
Μετά ήρθε το άγχος.
Μπήκε απότομα.
Σαν να το κυνηγούσε κάτι.
Άνοιξε με δύναμη την πόρτα,
κάθισε απέναντί μου
και δεν σταμάτησε στιγμή να κινείται.
Δάχτυλα που χτυπούσαν νευρικά.
Πόδι που έτρεμε.
Μάτια κόκκινα, άυπνα.
Με κοιτούσε ασταμάτητα.
Και ψιθύριζε.
Γρήγορα.
Κοπτά.
Αλύπητα.
Κάτι κακό θα γίνει.
Κάτι ξέχασες.
Κάτι έρχεται.
Δεν είσαι ασφαλής.
Και ξαφνικά
η καρδιά μου άρχισε να βαραίνει.
Η αναπνοή έσπασε.
Το στήθος στένεψε.
Μετά ήρθε ο πόνος.
Ο πιο αργός απ’ όλους.
Σαν να ήξερε
πως αργά ή γρήγορα
θα του άνοιγα χώρο.
Δεν κάθισε δίπλα μου.
Μπήκε μέσα μου.
Ανέβηκε στα πλευρά μου
σαν σκουριά σε παλιό σίδερο.
Τύλιξε το στέρνο μου.
Έπιασε τον λαιμό μου.
Βαρύς.
Σιωπηλός.
Υπομονετικός.
Δεν μιλούσε.
Μόνο πίεζε.
Μετά μπήκε η θλίψη.
Έμοιαζε κουρασμένη.
Σαν να κουβαλούσε χρόνια μέσα της.
Κάθισε δίπλα στη μοναξιά
και ακούμπησε αργά το κεφάλι της στον ώμο μου.
Βαριά.
Σαν βρεγμένο ύφασμα.
Σαν νύχτα χωρίς τέλος.
Και μου πήρε κάτι
χωρίς να το καταλάβω στην αρχή.
Το χρώμα.
Τη γεύση.
Τη μουσική.
Όλα έγιναν λίγο πιο μακριά.
Λίγο πιο θαμπά.
Κάπου αργότερα
μπήκε και η απάθεια.
Αυτή δεν έκανε θόρυβο.
Δεν είχε πρόσωπο σχεδόν.
Κάθισε απέναντί μου
ήρεμη.
Άδεια.
Και όπου κοιτούσε
έσβηναν πράγματα.
Όνειρα.
Ανάγκες.
Επιθυμίες.
Ακόμα και φόβοι.
Τακ.
Τακ.
Τακ.
Οι μέρες περνούσαν.
Ίδιο κάθισμα.
Ίδιο βαγόνι.
Ίδιος ήχος.
Και όλοι εκεί.
Η μοναξιά δίπλα μου.
Το άγχος απέναντι.
Ο πόνος μέσα μου.
Η θλίψη πάνω μου.
Η απάθεια παντού.
Κάποια στιγμή σηκώθηκα.
Δεν ξέρω γιατί.
Ίσως γιατί για μια στιγμή
με τρόμαξε πιο πολύ η σιωπή.
Έβαλα το χέρι στην τσέπη μου.
Μετά στην άλλη.
Έψαξα στο παλτό.
Στην τσάντα.
Κάτω από το κάθισμα.
Τα χέρια μου άρχισαν να κινούνται γρήγορα.
Νευρικά.
Σαν να έψαχνα κάτι
που θα μπορούσε να με σώσει.
Το εισιτήριο.
Έπρεπε να το βρω.
Έπρεπε να δω τι έγραφε.
Πού πήγαινα;
Από πού ξεκίνησα;
Πού έπρεπε να κατέβω;
Άρχισα να ψάχνω πιο μανιασμένα.
Ανάμεσα σε τσαλακωμένα χαρτιά.
Σε παλιές αποδείξεις.
Σε πράγματα άχρηστα.
Τίποτα.
Η αναπνοή μου βάρυνε.
Το άγχος χαμογελούσε απέναντί μου.
Η μοναξιά δεν κουνήθηκε.
Ο πόνος πίεσε πιο βαθιά.
Κοίταξα γύρω μου.
Μετά έξω από το παράθυρο.
Μόνο σκοτάδι.
Και τότε πάγωσα.
Δεν θυμόμουν.
Δεν θυμόμουν πού πήγαινα.
Δεν θυμόμουν καν
πού νόμιζα πως πήγαινα
όταν ανέβηκα.
Έμεινα ακίνητη.
Με τα χέρια μου άδεια.
Το τρένο συνέχιζε.
Τακ.
Τακ.
Τακ.
Και εγώ καθόμουν εκεί,
στο ίδιο κρύο κάθισμα,
κρατώντας στα χέρια μου
μόνο την απουσία ενός εισιτηρίου
και την αίσθηση
πως κάπου στη διαδρομή
δεν έχασα απλώς τον προορισμό μου.
Έχασα τον δρόμο μου.