Ήρθα στον κόσμο χωρίς επιλογή,
με μια ανάσα κομμένη απ’ την αρχή.
Με ρίξανε στο «είναι» χωρίς ερώτηση καμιά,
κι έμαθα πως ο κόσμος δεν χαρίζει αγκαλιά.
Κι όλα γυρνούν. Ένας κύκλος σπασμένος,
μια αλήθεια που μοιάζει με ψέμα ντυμένο.
Και κάθε μου βήμα μετράει πληγές,
σε δρόμους που γράφουν ανθρώπινες κραυγές.
Είδα τη Γάζα να γίνεται στάχτη και καπνός,
να ψάχνει ο ουρανός αν υπάρχει Θεός.
Παιδιά να μαθαίνουν τον κόσμο δίχως να πάνε σχολείο
και το «αύριο» να χάνεται μέσα στο κρύο.
Είδα τη Συρία να μετράει ερείπια
και οι μνήμες της να σβήνουν μέσα σε στάχτες και θρύψαλα.
Νοσοκομεία να γίνονται σκόνη και να χάνονται κάτω από τη γη
και μια μάνα να ουρλιάζει απελπισμένη “γιατί”.
Είδα το Σουδάν να ματώνει αργά,
και το Κονγκό να καίγεται ξανά και ξανά.
Παιδιά να δουλεύουν σε γη δηλητήριο,
χωρίς ένα όνειρο, χωρίς κριτήριο.
Είδα την Υεμένη να πεινάει σιωπηλά,
και την Αφρική να ζητάει νερά.
Σομαλία, σκόνη, άδειες κοιλιές,
και κόσμος που χάνεται σε ξένες ευχές.
Είδα το Μεξικό να μετράει χαμένες φωνές,
μητέρες να ψάχνουν τα μωρά τους μέσα σε νύχτες βουβές.
Και την Ευρώπη, βιτρίνα φωτός,
να κρύβει από πίσω έναν κόσμο κενό.
Είδα το χρήμα να γίνεται Θεός,
και τον άνθρωπο σκλάβο, χαμένος εντός.
Να αγοράζει ανάσα, να πουλάει ψυχή,
και να λέει «ζωή» μια ψηφιακή φυλακή.
Είδα τη φύση να ζητάει εκδίκηση,
θάλασσες μαύρες, πλαστικό και σήψη.
Δάση να πέφτουν σαν να ‘ταν από χαρτί,
και τον πλανήτη να σβήνει με μια αργή φωνή.
Κι είδα τον άνθρωπο απέναντι σε άνθρωπο,
μεγάλο θεριό,
να χτίζει σύνορα πάνω στο μίσος και στο κακό.
Μα ξεχνά το πιο σημαντικό:
Πως αυτός πλανήτης δεν είναι κανενός
Και στο τέλος τι μένει; μια ερώτηση κενή:
ποιος είναι ο εχθρός σε αυτή τη γη;
Οι πόλεμοι; οι θεοί; ή κάτι πιο βαθύ;
Η μήπως ο ίδιος ο άνθρωπος που δεν έμαθε να ζει;