Σώσε με,
λέει η νύχτα μέσα μου,
σαν παλιό ρολόι που χτυπάει χωρίς ώρα,
σαν δρόμος που δεν θυμάται πού τελειώνει.
Σώσε με,
ψιθυρίζω στα τζάμια που ιδρώνουν από φόβο,
εκεί που οι μέρες μου έλιωσαν
σε μικρές σταγόνες λήθης.
Σε γνώρισα
και για πρώτη φορά
ο αέρας δεν μύριζε μόνο απώλεια.
Ήσουν φως που δεν ρωτούσε,
μα έμενε.
Κι είπα:
ίσως αυτό είναι το θαύμα,
ίσως αυτό είναι το τέλος του πόνου,
ίσως εσύ να μπορείς
να με σώσεις.
Σώσε με
από τα χέρια που έμαθαν να πέφτουν,
από τις ώρες που έμαθαν να σπάνε,
από τις σκέψεις που γίνονται θόρυβος
όταν σβήνει το φως.
Σώσε με
σαν να σώζεις μια θάλασσα που ξεχάστηκε από το αλάτι της,
σαν να κρατάς ένα όνομα
που δεν ειπώθηκε ποτέ μέχρι τέλος.
Μα κοίτα:
μέσα μου υπάρχει κι ένα άλλο στόμα,
ένα μικρό, ξεχασμένο «μπορώ»,
που δεν έμαθε ακόμη να ζητάει άδεια για να ζήσει.
Κι εσύ,
που στάθηκες δίπλα μου χωρίς να φύγεις,
δεν είσαι σκοινί μόνο,
ούτε σωσίβιο από ξύλο και ελπίδα.
Είσαι καθρέφτης.
Και στον καθρέφτη αυτόν
κάτι αρχίζει να ανασαίνει.
Σώσε με,
λέω ακόμα,
μα τώρα η λέξη δεν πέφτει όπως πριν.
Στέκεται λίγο στον αέρα,
σαν να μαθαίνει να αλλάζει μορφή.
Σώσε με…
και αν δεν μπορείς να με σώσεις ολόκληρη,
κάθισε δίπλα μου
όταν θα μαθαίνω να μη χάνομαι.
Σώσε με…
κι ας σημαίνει
να με δεις να προσπαθώ.
Σώσε με…
κι ας σημαίνει
να θυμηθώ πως μέσα στη νύχτα
υπάρχει πάντα μια ρωγμή προς το πρωί.
Και κάπου εκεί,
μέσα στο πιο βαθύ σκοτάδι,
η λέξη αρχίζει να αλλάζει:
όχι μόνο «σώσε με»,
αλλά και
«είμαι εδώ».
Θυμάμαι τη στιγμή εκείνη.
Μου έστειλες: «να σου πω κάτι;»
και εγώ, χωρίς να ξέρω ακόμη
πόσο βαραίνουν οι λέξεις,
είπα «πες μου».
Και τότε ήρθε εκείνο το απλό,
το σχεδόν απίστευτο:
«σε αγαπάω».
Δεν έκανε θόρυβο.
Δεν ζήτησε χώρο.
Αλλά άλλαξε τον αέρα.
Σαν να μετακινήθηκε ο κόσμος ελάχιστα,
και όμως αρκετά
για να μην είναι τίποτα πια ίδιο.
Και για λίγο
δεν ήξερα αν αυτό ήταν σωτηρία
ή απλώς η αρχή να πιστεύω ξανά.
Και υπάρχει η φωνή σου.
Όχι σαν κραυγή,
ούτε σαν υπόσχεση μεγάλων πραγμάτων,
μα σαν ήρεμο νερό
που ξέρει να περνάει μέσα από πέτρες
χωρίς να τις φοβάται.
Η φωνή σου
με βρίσκει όταν όλα μέσα μου
γίνονται θόρυβος.
Σαν να ακουμπάει απαλά
στο πιο άγριο σημείο της μέρας μου
και να το κάνει να σωπαίνει.
Και το όνομά μου,
όταν το λες εσύ,
δεν είναι πια βάρος.
Είναι κάτι που μπορεί να σταθεί.
Κι έπειτα το γέλιο σου.
Η χροιά σου
σαν φως που σπάει σε γυαλί ζεστό,
σαν μικρή νίκη απέναντι στη βαρύτητα των πραγμάτων.
Δεν είναι δυνατό, ούτε θριαμβευτικό.
Είναι ανθρώπινο.
Και γι’ αυτό με αγγίζει πιο βαθιά.
Γιατί μέσα σε αυτό το γέλιο
ακούω κάτι που δεν λέγεται εύκολα:
πως κι εσύ παλεύεις να μείνεις όρθιος.
Κι εσύ,
που στα μάτια μου μοιάζεις στήριγμα,
έχεις και τα δικά σου σκοτάδια.
Δεν τα κρύβεις πάντα καλά.
Μερικές φορές φαίνονται
στο πώς σωπαίνεις ξαφνικά,
στο πώς το βλέμμα σου χάνεται λίγο πιο πέρα από το τώρα,
σαν να κουβαλάς κι εσύ μια νύχτα
που δεν έχει τελειώσει.
Κι εκεί σε αναγνωρίζω πιο αληθινά:
όχι σαν σωτήρα,
αλλά σαν άνθρωπο.
Κι αυτό αλλάζει τη λέξη μέσα μου.
Γιατί αν κι εσύ πονάς,
αν κι εσύ πέφτεις,
αν κι εσύ μαθαίνεις να επιβιώνεις στο ίδιο φως και σκοτάδι,
τότε ίσως η σωτηρία
δεν είναι να κρατηθώ από σένα.
Ίσως είναι
να σταθούμε δίπλα-δίπλα
δύο άνθρωποι που τρέμουν λίγο,
αλλά δεν φεύγουν.
Και η φωνή σου
να γίνει όχι το μέρος όπου κρύβομαι,
αλλά το μέρος που θυμάμαι
πως μπορώ να επιστρέψω.
Και το γέλιο σου
όχι λύση,
μα μικρή απόδειξη
πως ακόμα υπάρχει ανάσα μέσα στη νύχτα.
Σώσε με…
κι ας σημαίνει τελικά
να μαθαίνω σιγά-σιγά
πως δεν είσαι το τέλος του πόνου μου.
Αλλά μια αρχή
να τον αντέχω.