‘Ισως τελικά
η ζωή να είναι αυτό το αργό ξεθώριασμα του φωτός
πάνω στα πράγματα που αγαπήσαμε πολύ.
Ίσως γι’ αυτό τα βράδια
οι άνθρωποι σωπαίνουν τόσο βαθιά
για να μην ακουστεί
ο θόρυβος από όσα χάθηκαν μέσα τους.
Ίσως η θλίψη
να μην είναι παρά μια μνήμη
που αρνείται να πεθάνει.
Κι ίσως η μνήμη
να είναι ένας άλλος τρόπος τιμωρίας.
Ίσως κάποτε να υπήρξαμε αθώοι.
Πριν μάθουμε να κρύβουμε τα χέρια μας,
πριν χαμηλώσουμε το βλέμμα από φόβο,
πριν κάνουμε την καρδιά μας
ένα δωμάτιο κλειστό.
Ίσως οι πόλεις γι’ αυτό δεν κοιμούνται.
Επειδή κάτω από το τσιμέντο τους
αναπνέουν ακόμη
οι φωνές όσων δεν πρόλαβαν να αγαπηθούν.
Ίσως οι έρωτες
να μην τελειώνουν ποτέ πραγματικά.
Απλώς αλλάζουν μορφή
γίνονται σκιά πάνω σε τοίχους,
τραγούδι από διπλανό σπίτι,
βήματα που νομίζεις πως άκουσες
ενώ δεν ήταν κανείς.
Ίσως γι’ αυτό πονά τόσο η νύχτα.
Γιατί επιστρέφουν όλα μαζί:
πρόσωπα, καλοκαίρια, υποσχέσεις,
εκείνο το «μείνε»
που δεν ειπώθηκε εγκαίρως.
Ίσως ο χρόνος
να μην περνά ποτέ στ’ αλήθεια.
Ίσως να στέκεται κάπου ακίνητος
και να μας κοιτά
καθώς φθείρουμε μόνοι μας τα πρόσωπά μας.
Ίσως μεγαλώνουμε
όταν αρχίζουμε να φοβόμαστε τη χαρά.
Ίσως τότε ξεκινά η πραγματική μοναξιά:
όταν δεν περιμένεις πια κανέναν
κι όμως αφήνεις ένα φως ανοιχτό.
Ίσως οι άνθρωποι
να κουβαλούν μέσα τους περισσότερα νεκροταφεία
παρά αναμνήσεις.
Κι ίσως η ψυχή
να είναι απλώς ένας τόπος
όπου συσσωρεύονται αργά
όλα όσα δεν αντέξαμε να πούμε.
Ίσως γι’ αυτό μας συγκινούν τόσο οι θάλασσες.
Επειδή μοιάζουν με καρδιές
που έμαθαν να κρύβουν το βάθος τους.
Ίσως ο Θεός,
αν υπάρχει,
να κατοικεί μόνο σε μικρές στιγμές:
στο χέρι που σε κρατά χωρίς λόγο,
σε μια συγχώρεση αργά τη νύχτα,
στο πρόσωπο κάποιου που κουράστηκε
αλλά παρέμεινε καλός.
Ίσως τίποτε μεγάλο
να μη σώζει πραγματικά τον άνθρωπο.
Μόνο κάτι μικρές επιμονές φωτός.
Ένα παράθυρο ανοιχτό στο ξημέρωμα.
Η μυρωδιά του ψωμιού στους δρόμους.
Ένα όνομα που ακόμη σε πονά.
Η θάλασσα τον χειμώνα.
Το βλέμμα ενός παιδιού
που δεν έμαθε ακόμη τι θα πει φόβος.
Κι ίσως τελικά
όλη μας η ζωή
να είναι αυτή η αργή πορεία
από το “κάποτε”
προς ένα βαθύ, ατελείωτο “ίσως”.
Και τότε,
λίγο πριν χαθεί το τελευταίο φως,
ίσως καταλάβουμε
πως δεν ήρθαμε εδώ για να νικήσουμε τον χρόνο
ούτε για να μείνουμε.
Μα μόνο για να αφήσουμε
ένα ίχνος τρυφερότητας
επάνω στην ασήκωτη μοναξιά του κόσμου.