Εκείνη που Λεγόταν Αγάπη

Κάποτε υπήρχε ένα δέντρο
που σκέπαζε με τον ίσκιο του
ό,τι φοβόταν να ανθίσει.

Είχε φύλλα από βελούδο,
άνθη λευκά σαν αθωότητα
και έναν κορμό τόσο ζεστό
που ένα παιδί θα μπορούσε
να ακουμπήσει πάνω του
και να πιστέψει πως γύρισε σπίτι.

Μα κάτω απ’ τη γη
οι ρίζες του ήταν μαύρες.

Χώνονταν βαθιά,
πέρα από το χώμα,
πέρα από τις εποχές,
εκεί όπου δεν φτάνει κανένα φως
και κανένα παιδί δεν ξέρει
πως πρέπει να φοβάται.

Το παιδί πλησίασε.

Δεν ήξερε από δέντρα.
Ήξερε μόνο από μοναξιά.

Κι όταν το δέντρο άνοιξε τα κλαδιά του
και το έκλεισε μέσα στον ίσκιο του,
εκείνο πίστεψε πως η αγάπη
μοιάζει έτσι.

Με μια αγκαλιά
που δεν σε αφήνει να φύγεις.
Με ένα χάδι
που έχει μέσα του έναν όρο.
Με μια φωνή γλυκιά
που μπορεί την ίδια στιγμή
να γίνει μαχαίρι.

Το δέντρο του έλεγε
πως το αγαπά.

Κι αυτό ήταν αρκετό.

Γιατί ένα παιδί
που πεινά για αγάπη
δεν εξετάζει ποτέ
τι κρύβεται μέσα στην αγκαλιά.

Πίνει.

Πίνει από τα φύλλα,
από τους καρπούς,
από τις λέξεις,
από κάθε ψίχουλο τρυφερότητας
που πέφτει από τα κλαδιά.

Και όταν το δέντρο απομακρύνεται,
το παιδί διψά.

Όταν σωπαίνει,
φοβάται.

Όταν θυμώνει,
σκύβει το κεφάλι.

Κι όταν ξαναγυρίζει
με ένα χάδι στα μαλλιά,
το παιδί ξεχνά για λίγο
πως είχε πονέσει.

Έτσι μεγαλώνει η εξάρτηση
μέσα σε έναν ίσκιο.

Όχι με κραυγές.

Με ψίθυρους.

Με μικρές δόσεις αγάπης
που δίνονται τόσο προσεκτικά
ώστε να μη φτάσουν ποτέ
για να χορτάσει η καρδιά.

Κι όσο το παιδί μεγαλώνει,
το δέντρο ψηλώνει.

Τα κλαδιά του απλώνονται
πάνω από κάθε του σκέψη.

Οι ρίζες του
μπαίνουν στα όνειρά του.

Μπαίνουν στον καθρέφτη του.

Κάθε πρωί
το παιδί κοιτάζει το είδωλό του
και βλέπει πάνω του
τα φύλλα του δέντρου.

Ένα σώμα
που πρέπει να μικραίνει
για να γίνει αποδεκτό.

Ένα σώμα
που πρέπει να τιμωρείται
για να αξίζει αγάπη.

Ένα σώμα
που γίνεται σιγά σιγά
ο τόπος όπου φυτεύεται
κάθε ενοχή.

Κι έτσι αρχίζει
να μετράει.

Να φοβάται.

Να στερεί.

Να επιστρέφει.

Να αδειάζει.

Να γεμίζει.

Να ξαναδειλιάζει.

Σαν να προσπαθεί
να βγάλει από μέσα του
τις ρίζες
με τα ίδια του τα χέρια.

Μα οι ρίζες είναι βαθιές.

Κάθε φορά που το παιδί
κοιτάζει τον καθρέφτη,
κάποιο κλαδί σκύβει από πάνω του.

Κάθε φορά που τρώει,
ένα φύλλο ψιθυρίζει.

Κάθε φορά που πεινά,
το δέντρο ανθίζει.

Και κάθε φορά που πονά,
το δέντρο του λέει:

«Εγώ είμαι εδώ».

Κι εκείνο το πιστεύει.

Γιατί πού αλλού να πάει;

Ποιος θα το κρατήσει
όταν ολόκληρος ο κόσμος
μοιάζει να έχει γίνει
ένα δωμάτιο χωρίς πόρτες;

Έτσι το παιδί μαθαίνει
να μπερδεύει την αγάπη
με την τιμωρία.

Να μπερδεύει την αγκαλιά
με τον φόβο.

Να μπερδεύει την πείνα
με την αξία.

Να μπερδεύει τον πόνο
με την ανάγκη να μείνει.

Κι ύστερα έρχονται οι νύχτες.

Ατελείωτες.

Το δέντρο στέκεται από πάνω του
και τα φύλλα του τρίζουν
σαν χιλιάδες μικρά δόντια.

Το παιδί κλαίει χωρίς ήχο.

Κρύβει το πρόσωπό του
στα γόνατα.

Και περιμένει.

Περιμένει ένα χάδι.

Μια λέξη.

Μια ματιά.

Οτιδήποτε.

Κι όταν έρχεται,
την παίρνει στα χέρια του
σαν να είναι το τελευταίο πράγμα
που απέμεινε στον κόσμο.

Δεν ξέρει πως μερικές φορές
η αγάπη μπορεί να γίνει
η πιο βαθιά μορφή πείνας.

Και το δέντρο συνεχίζει να ανθίζει.

Πάντα όμορφο.

Πάντα ήσυχο.

Πάντα αθώο
στα μάτια όσων κοιτούν
μόνο τα λουλούδια.

Κανείς δεν βλέπει
τι γίνεται κάτω από το χώμα.

Κανείς δεν ακούει
τις ρίζες όταν μεγαλώνουν.

Κανείς δεν βλέπει
το παιδί που έχει πλέον γίνει σκιά
και περπατά μέσα στον ίσκιο
σαν να γεννήθηκε εκεί.

Τα χρόνια περνούν.

Το παιδί μεγαλώνει,
μα κάτι μέσα του
μένει γονατισμένο.

Ένα μικρό πλάσμα
με άδεια χέρια
που ακόμη περιμένει
από το ίδιο δέντρο
να του πει πως το αγαπά.

Κι εκείνο το λέει.

Το λέει ξανά.

Το λέει τόσο συχνά
που η λέξη χάνει το νόημά της.

Αγάπη.

Αγάπη.

Αγάπη.

Κάτω από τη λέξη
σαπίζουν οι ρίζες.

Κάτω από το χάδι
μεγαλώνει η νύχτα.

Κάτω από τα λουλούδια
ένα παιδί μαθαίνει
να μισεί το ίδιο του το σώμα,
να φοβάται την πείνα,
να φοβάται τον καθρέφτη,
να φοβάται τον εαυτό του.

Κι ύστερα μαθαίνει
να κρύβει τα πάντα.

Την πείνα.

Το κλάμα.

Την ενοχή.

Την ανάγκη.

Το σκοτάδι.

Όλα κάτω από το δέρμα,
όλα κάτω από τη γλώσσα,
όλα εκεί όπου κανείς
δεν μπορεί να τα δει.

Και το δέντρο
συνεχίζει να λέει
πως είναι το καταφύγιο.

Κι εκείνη η παλιά αγάπη
έχει γίνει πια τόσο μεγάλη
που μοιάζει με ολόκληρο ουρανό.

Μόνο που δεν είναι ουρανός.

Είναι ο ίσκιος του.

Κι εκεί,
κάτω από τα μαύρα κλαδιά,
το παιδί στέκεται ακόμη.

Μεγαλωμένο πια.

Κουρασμένο.

Γεμάτο από χρόνια
που δεν χωρούν σε καμία λέξη.

Κοιτάζει τον κορμό
και θυμάται.

Το πρώτο χάδι.

Την πρώτη σιωπή.

Την πρώτη φορά
που ένιωσε πως η αγάπη
μπορεί να πονά.

Και θυμάται όλα τα υπόλοιπα.

Όλα όσα έγιναν
σιγά σιγά.

Τόσο σιγά
που κανείς δεν κατάλαβε
πότε το παιδί
έγινε το χώμα
πάνω στο οποίο
φύτρωσαν οι ρίζες.

Κι εσύ συνέχιζες να ανθίζεις.

Να απλώνεις τα κλαδιά σου.

Να μιλάς για αγάπη
με εκείνο το ήρεμο στόμα
που δεν πρόδιδε ποτέ
πόσο σκοτάδι μπορούσε να κρύψει.

Μα εγώ θυμάμαι.

Θυμάμαι τον ίσκιο.

Τις ρίζες.

Τους καρπούς που είχαν μέσα τους
την πίκρα μιας ολόκληρης ζωής.

Θυμάμαι το παιδί.

Και θυμάμαι εσένα.

Κι αν κάποτε σταθείς μπροστά στον καθρέφτη
και αναρωτηθείς τι απέγινε
εκείνο το παιδί που σε κοιτούσε
σαν να ήσουν ολόκληρος ο κόσμος,

μην ψάξεις απάντηση.

Ξέρεις ποια είσαι εσύ.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή