Είναι το γαλάζιο η συγγνώμη που είπε το φως
πάνω στα ερείπια μιας μέρας που έχει πια περάσει,
είναι ο στεναγμός που βγαίνει τόσο απαλός
που κάνει τον πόνο μας για λίγο να καταλαγιάσει.
Μυρίζει το γαλάζιο σαν το φρεσκοπλυμένο ρούχο,
σαν το καθαρό νερό που κυλά μες στην παλάμη,
είναι το ατάραχο, το γαλήνιο εκείνο ύφος
που παίρνει η ψυχή όταν το φόβο της τον κάνει ανέμη.
Δεν είναι ουρανός το γαλάζιο, είναι η αφή της ελπίδας,
το χρώμα που παίρνει η ματιά πριν ξεκινήσει το γέλιο,
είναι η παύση της σκιάς και της μαύρης καταιγίδας
πάνω σ’ ένα κύμα που θυμίζει γυάλινο στολίδι.
Μυρίζει το γαλάζιο σαν το αγιόκλημα το πρωί,
σαν την αλμύρα που στέγνωσε πάνω σε δέρμα ζεστό,
είναι το τρυφερό, το σχεδόν αόρατο εκείνο «εκεί»
που μας περιμένει να βρούμε ό,τι είχαμε κλειστό.
Είναι το γαλάζιο η σημαία της ύστατης πίστης,
η λέξη που κελάηδησε στην άκρη ενός γκρεμού,
μια μυρωδιά ανέμου και μια γεύση κατάκτησης
ενός χαμένου και δικού μας, κρυφού παραδείσου.
Είναι το γαλάζιο η παιδικότητα που ντύθηκε το μέλλον της,
ένας διάφανος ψίθυρος σε κόσμο που κραυγάζει,
είναι ένας ερημίτης που βρήκε πια το θέλημά της
και βλέπει πως ο κόσμος, στο γαλάζιο, του ταιριάζει.