Ένα μικρό, ήσυχο διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης. Ήταν 02:17 τα ξημερώματα όταν η Άννα άκουσε για πρώτη φορά το χτύπημα. Όχι στην πόρτα, αλλά στον τοίχο. Τρία αργά, μετρημένα χτυπήματα.
Σταμάτησε να αναπνέει για λίγα δευτερόλεπτα, περιμένοντας, και κοίταξε το ρολόι στο κομοδίνο. Δεν υπήρχε περίπτωση να είναι γείτονες οι τοίχοι του κτιρίου ήταν παλιοί, αλλά όχι τόσο λεπτοί ώστε να ακούγεται κάτι τόσο καθαρά. Πέρασε ένα λεπτό. Μετά δύο. Και τότε ξανά. Τρία χτυπήματα, πιο δυνατά αυτή τη φορά.
Η Άννα σηκώθηκε αργά. Το πάτωμα έτριξε κάτω από τα πόδια της και της φάνηκε πως ο θόρυβος σταμάτησε ακριβώς τη στιγμή που εκείνη κινήθηκε. Πλησίασε τον τοίχο του σαλονιού. Ήταν ο τοίχος που χώριζε το σπίτι της από το παλιό, εγκαταλελειμμένο διαμέρισμα δίπλα, αυτό που όλοι στο κτίριο έλεγαν πως ήταν άδειο εδώ και χρόνια.
Έβαλε το αυτί της στο σοβά. Σιωπή. Και τότε… ένας ψίθυρος. Όχι από έξω, αλλά από μέσα.
«Άνοιξε…»
Η Άννα τινάχτηκε πίσω. Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά που για μια στιγμή νόμιζε πως θα ακουγόταν κι αυτή μέσα στον τοίχο.
«Ποιος είναι;» ψιθύρισε, χωρίς να το θέλει. Καμία απάντηση.
Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα που έμοιαζαν με ώρες, και τότε το τηλέφωνο στο σαλόνι χτύπησε. Δεν είχε σταθερό τηλέφωνο. Κοίταξε το τραπέζι· ένα παλιό, μαύρο τηλέφωνο που δεν θυμόταν να είχε αγοράσει ποτέ της στεκόταν εκεί, σαν να ήταν πάντα μέρος του σπιτιού.
Χτύπησε ξανά. Η Άννα πλησίασε αργά και σήκωσε το ακουστικό.
«Μην ανοίξεις τον τοίχο.» Η φωνή ήταν ήρεμη, γυναικεία. «Ποια είστε;» ρώτησε η Άννα με τρεμάμενη φωνή.
Επικράτησε σιωπή για λίγο, και μετά:
«Είμαι εσύ… από αύριο.» Το τηλέφωνο έκλεισε απότομα.
Το φως τρεμόπαιξε. Ο τοίχος έβγαλε έναν βαθύ ήχο, σαν κάτι να μετακινείται μέσα του. Και τότε, πολύ καθαρά, η Άννα άκουσε το όνομά της από την άλλη πλευρά. Αυτή τη φορά δεν ήταν ψίθυρος· ήταν κραυγή. Κάτι άρχισε να χτυπάει με μανία προς τα έξω.
Η Άννα κράτησε το ακουστικό σφιχτά, μέχρι που τα δάχτυλά της πόνεσαν. Το τηλέφωνο είχε σιγήσει, αλλά η φωνή έμεινε μέσα της σαν ηχώ που δεν έσβηνε. Πήγε πάλι προς τον τοίχο. Τα χτυπήματα είχαν σταματήσει και επικρατούσε απόλυτη ησυχία.
Τότε είδε κάτι που δεν είχε προσέξει ποτέ: μια λεπτή χαραμάδα στο σοβά, σαν ρωγμή που δεν έπρεπε να υπάρχει. Από μέσα έβγαινε ένα πολύ αχνό φως. Έβαλε το χέρι της. Ο τοίχος ήταν ζεστός.
Ξαφνικά, ένα τελευταίο χτύπημα ακούστηκε, αυτή τη φορά από μέσα στο σαλόνι της. Όχι από τον τοίχο, αλλά από πίσω της. Γύρισε απότομα.
Το παλιό μαύρο τηλέφωνο είχε φύγει. Στη θέση του, πάνω στο τραπέζι, υπήρχε μόνο ένα σημείωμα:
«Αν το άκουσες, είναι ήδη αργά.»
Και τότε ο τοίχος άνοιξε. Όχι σαν να έσπασε, αλλά σαν να την περίμενε.
Η Άννα έκανε ένα βήμα πίσω, αλλά το πάτωμα πίσω της δεν ήταν πια το πάτωμα του σπιτιού της. Ήταν κάτι άλλο. Πιο μαλακό, σαν να βυθιζόταν σε ύφασμα. Ο τοίχος είχε αρχίσει να «ανασαίνει».
Μπρος της, το άνοιγμα μεγάλωνε αργά, σαν να μη βιαζόταν, σαν να ήξερε πως δεν υπήρχε πουθενά να πάει. Ένα σκοτάδι χωρίς βάθος απλωνόταν από μέσα, αλλά δεν ήταν άδειο. Είχε κίνηση, σκιές που δεν έμεναν ποτέ ίδιες. Και κάπου μέσα του, κάτι την παρατηρούσε.
Το σημείωμα στο τραπέζι έπεσε στο πάτωμα μόνο του.
Η Άννα ένιωσε κάτι να αλλάζει μέσα της. Όχι φόβο πια, αλλά κάτι πιο περίεργο. Σαν αναγνώριση. Σαν να είχε ξαναδεί αυτό το μέρος, αλλά σε όνειρο που δεν θυμόταν.
«Δεν είναι αληθινό…» ψιθύρισε.
Μια φωνή βγήκε από τον τοίχο, όχι πια ψίθυρος, αλλά καθαρή. Ήταν η δική της φωνή.
«Ακόμα το λες αυτό;»
Το σκοτάδι άνοιξε λίγο ακόμα. Μέσα του φάνηκε ένα δωμάτιο Ίδιο με το δικό της. Ίδιο τραπέζι, ίδιο ρολόι, ίδιο τηλέφωνο. Και μια Άννα καθόταν εκεί. Την κοιτούσε και χαμογελούσε.
Η Άννα ένιωσε το στομάχι της να δένεται κόμπος. Πίσω της, ο τοίχος είχε πια εξαφανιστεί. Δεν υπήρχε διαμέρισμα, δεν υπήρχε κτίριο. Μόνο εκείνο το δωμάτιο απέναντι… και η άλλη εκδοχή της.
Η «Άλλη Άννα» σήκωσε το ακουστικό. «Σου πήρε πολύ περισσότερο χρόνο από μένα.»
Η Άννα άρχισε να καταλαβαίνει, όχι με σκέψη αλλά με έναν τρόμο που έμπαινε κατευθείαν στο πετσί της: δεν ήταν η πρώτη φορά. Ο τοίχος δεν ήταν πέρασμα. Ήταν επιστροφή.
Και τότε το τηλέφωνο στο χέρι της χτύπησε ξανά. Μόνο που αυτή τη φορά… το σήκωσε πριν καν ακουστεί το δεύτερο κουδούνισμα.
Και είπε, με φωνή που πλέον δεν ήταν δική της:
«Μην αντισταθείς. Τώρα εσύ είσαι η φωνή.»
Το σκοτάδι έκλεισε σαν μάτι που κλείνει. Το διαμέρισμα έμεινε πάλι ήσυχο.
02:17.
Πάντα 02:17.
Ωραία πλοκή!
Ωραίο κείμενο
Υπέροχο κείμενο, συγχαρητήρια